|
24/05/2008
|
Μονοπάτια της μνήμης: το δικό μας βίαιο παρελθόν
Ρένα Χόπλαρου -
μέλος του ΟΠΕΚ.
Οι ιστορίες
που ακολουθούν στηρίζονται σε μια σειρά συνεντεύξεων που
πήρα πρόσφατα. Ο αριθμός τους είναι περιορισμένος και δεν
έχουν διασταυρωθεί με άλλες πηγές της ίδιας εποχής.
Αποτελούν ωστόσο ενδείξεις για το κλίμα που επικρατούσε
τότε, από τα τέλη της δεκαετίας του 50 μέχρι και το 1974.
Στο παρόν άρθρο προσπαθώ να δείξω πως πρωταρχικά
χαρακτηριστικά αυτής της εποχής ήταν η βία, η τρομοκρατία,
η αδικία, η καταστροφή και οι δολοφονίες ανθρώπων που δεν
έφταιγαν, που τυχαία βρέθηκαν εκεί. Σημαντικό είναι επίσης
ότι η κάθε μία από τις ιστορίες που ακολουθεί προσεγγίζει
τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο από διαφορετική οπτική
αναδεικνύοντας μια διαφορετική εκδοχή της βίας.
Ιστορία 1η: Βία εναντίον Τουρκοκυπρίων
Ο άνθρωπος που διηγείται τις παρακάτω ιστορίες ήταν 16
χρονών όταν μπήκε στην Ε.Ο.Κ.Α και αργότερα υπηρέτησε ως
υπαξιωματικός του νεοδημιούργητου κυπριακού στρατού:
-«Ήταν Γενάρης 1964. Είμαστε μαζεμένοι όλοι στη Χ... και
υπήρχε μια φήμη πως σε ένα χωριό πιο πάνω έκαναν επίθεση
οι Τούρκοι και έπρεπε να μαζευτούμε να μπούμε μέσα στα
φορτηγά και να πάμε να βοηθήσουμε. Είμαστε με τα όπλα, μια
ανακατωσούρα, ένα κακό. Όπως είμαστε με τα όπλα μαζεμένοι
περνούσε πάνω στο γαϊδούρι του ένα Τούρκος γέρος, γύρω στα
πενήντα με εξήντα. Δούλευε μισταρκός σε ένα συγχωριανό μας,
μιλούσε ελληνικά, τον θεωρούσαμε δικό μας, πέρασε ανάμεσά
μας, με τα όπλα εμείς, ούτε τον πειράξαμε τον άνθρωπο. Τι
μπορούσε να κάνει; Αφού τον ξέραμε, δούλευε βοσκός, φτωχός
άνθρωπος. Σε περίπου 50 μέτρα από εμάς έρχεται ένα
αυτοκίνητο μέσα στο οποίο επέβαινε ένας Ελληνοκύπριος
ξενοχωρίτης, από το Δ... Επειδή υπήρχε κόσμος μες στο
δρόμο σταμάτησε και κάποιος του είπε ότι ο άνθρωπος που
περνά πάνω στο γαϊδούρι είναι Τούρκος. Βγαίνει έξω από το
αυτοκίνητο, κρατούσε πιστόλι και του ρίχνει εν ψυχρώ έξι
πυροβολισμούς. Οι σφαίρες τον έπιασαν πάνω στο πόδι. Όλοι
φωνάξαμε «τι έκανες;» Και αυτός μας είπε πως «Οι Τούρκοι
σκότωσαν τον αδερφό μου, βρήκα μπροστά μου τον Τούρκο να
μην τον παίξω;»
Κι κατάληξη;
-«Η τραγική κατάληξη της ιστορίας είναι πως οι συγχωριανοί
πήγαν τον πληγωμένο στο γιατρό και τον περιποιήθηκαν. Στη
συνέχεια όμως αποφάσισαν να μην τον αφήσουν ελεύθερο να
φύγει. Φοβήθηκαν μην πάει σε γειτονικό τουρκοχώρι να τους
διηγηθεί την περιπέτειά του. Τα πράγματα ήταν τόσο
φανατισμένα τότε που οι Τούρκοι μπορεί να έρχονταν για
αντίποινα στο χωριό μας. Τελικά αποφασίστηκε να τον
σκοτώσουν και να τον θάψουν σε ένα λάκκο. Δεν ξέρω εάν
αυτός ο άνθρωπος είχε οικογένεια, μάλλον ήταν μόνος του.
Ελπίζω να μη θεωρείται αγνοούμενος».
-«Το ΄64 μετά τις φασαρίες του Δεκέμβρη του ΄63 έπρεπε να
κάνουμε κατόρθωμα. Έστησαν ένα μπλόκο στο δρόμο Λευκωσίας
Αμμοχώστου και σταμάτησαν ένα Τούρκο που μετάφερε
αναψυκτικά Percola. Εμείς βγάζαμε την CocaCola και οι
Τούρκοι την Percola. Τον πυροβόλησαν, πήραν το φορτηγό με
τα αναψυκτικά και κέρασαν όλο το χωριό».
Τα μάτια του έχουν δει πολλά και δε μασάει τα λόγια του
όταν μιλάει. Η βία τότε ήταν μέσα στην καθημερινότητα τους,
ήταν τρόπος ζωής για αυτό με συμβουλεύει να μη σοκάρομαι
από τις ιστορίες που μου διηγείται. «Άλλο τότε, άλλο
σήμερα», υποστηρίζει. Σήμερα έχει αναθεωρήσει πολλές από
τις ιδέες στις οποίες πίστεψε και για τις οποίες πολέμησε
όταν ήταν νέος. Εντύπωση μου έκανε η τολμηρή απόφαση του
να ξανασκεφτεί και να κρίνει κάποια γεγονότα που έζησε
καθώς και η δυνατότητα του να τροποποιήσει τις απόψεις του
υπό το πρίσμα του παρόντος. Σήμερα προσεγγίζει το τότε με
μεγαλύτερη κριτική διάθεση. Μοιάζει να υιοθετεί την ρήση
της λαϊκής θυμοσοφίας «στερνή μου γνώση να σ είχα πρώτη».
Υποστηρίζει με ένταση ότι η μνήμη μας πρέπει να γίνει
λιγότερο απόλυτη σε σχέση με το παρελθόν:
- «Δεν ήμαστε σοβαροί. Κρατούσαμε τα όπλα και νομίζαμε ότι
κάποιοι ήμαστε. Δεν καταλαβαίναμε τι κάναμε. Όλος ο κόσμος
τότε σκεφτόταν διαφορετικά. Προσωπικά σήμερα δεν πιστεύω
ότι οι Τούρκοι φταιν για όλα. Το διαμελισμό τον επιδιώξαμε
και εμείς. Εμείς τους διώξαμε από τα σπίτια τους. Θέλαμε
να τους σκοτώσουμε και τους διώχναμε από τα χωριά. Δεν
ξέραμε τι κάναμε. Έκανα το καθήκον μου στην πατρίδα έλεγα
και ξεμπέρδευα με τη συνείδηση μου».
Ιστορία 2η: Η βία του κράτους ή του παρακράτους εναντίον
των διαφωνούντων ενωτικών
Συνεχίζει ο προηγούμενος αφηγητής:
-«Υπήρχαν ομάδες και φανατικοί άνθρωποι οι οποίοι ανήκαν
στο μακαριακό στρατόπεδο. Αυτό όμως το θέμα δε θέλουμε να
το παραδεχτούμε στην Κύπρο. Πως όλες οι ομάδες είχαν τους
φανατικούς τους. Δεν ξέρω εάν τους καθοδηγούσε ο Μακάριος
ή εάν αναλάμβαναν πρωτοβουλίες από μόνοι τους. Πολλά
πάντως κανονίζονταν μες στην Αρχιεπισκοπή. Μπορεί να ήταν
και ομάδες που δεν ελέγχονταν αν και δεν το νομίζω. Πρέπει
να ήταν 61 ή 62. Να βρεις τις εφημερίδες για να ελέγξεις
την ακριβή ημερομηνία. Δημοσιογράφος της Αλήθειας έγραφε
εναντίον του Μακαρίου, συνέχισε να υποστηρίζει την ιδέα
της Ένωσης. Τον απήγαγαν. Τον έθαψαν ζωντανό κάπου προς
την περιοχή του Μ.... Έχτισαν έναν τοίχο με πέτρες και τον
έβαλαν στητό μες στον τοίχο και τον άφησαν εκεί μέσα τρεις
ημέρες. Του φώναζαν συνέχεια «Θα ξαναγράψεις εναντίον του
Μακαρίου;» Γνωρίζω κάποιους που ήταν μέσα στην ομάδα που
το έκαναν και ήρθαν μετά και περηφανεύονταν για το
κατόρθωμά τους.»
Η αφήγηση της μεσήλικης γυναίκας που ακολουθεί αναφέρεται
στις μεγάλες ταλαιπωρίες που πέρασε εξαιτίας του ότι δεν
ήταν ταγμένη με τη λογική της πολιτικής του Μακαρίου.
Έζησε για αρκετά χρόνια σε ένα ολότελα εχθρικό περιβάλλον.
Μου λέει ότι η ίδια «δεν είχε ποτέ μιλήσει δημόσια ή
ανοιχτά». Πού να μιλήσει άλλωστε; Οι γυναίκες τότε δεν
είχαν περάσει μαζικά στη δημόσια σφαίρα. Εκείνη την εποχή
μιλούσαν κυρίως οι άντρες. «Εάν όμως ο πατέρας σου ή ο
αδελφός σου έλεγαν καμιά κουβέντα μες στο καφενείο και
τους άκουγε κανείς από το αντίπαλο στρατόπεδο, η αστυνομία
έβαζε στο μάτι ολόκληρη την οικογένεια». Υποστηρίζει
επίσης ότι «μες στα χωριά υπήρχαν έτσι κι αλλιώς διάφορες
αντιπαλότητες που αφορούσαν κτηματικές, επαγγελματικές,
ακόμη και ερωτικές αντιζηλίες. Αρκετές φορές ο αντίπαλός
σου σε αυτά τα ζητήματα έβρισκε την ευκαιρία μέσα στο χάος
που επικρατούσε να σου τη φέρει παίρνοντας ως αφορμή τις
πολιτικές σου θέσεις».
Ήταν απρόθυμη να μου δώσει τη συνέντευξη. Η φωνή της ήταν
ταραγμένη όταν μου μιλούσε. Μου δηλώνει πως δε θέλει να
θυμάται το παρελθόν γιατί αναστατώνεται. Φέρνει στο μυαλό
της την εικόνα του εφεδρικού να τους παρακολουθεί και μου
λέει ότι ακόμα νιώθει τον ίδιο φόβο, «της κόβονται τα
πόδια». Υποστηρίζει ότι η Ε.Ο.Κ.Α Β ήταν παράνομη
οργάνωση, ότι έκανε πολλές παρανομίες και ατιμίες αλλά
αυτό δε δικαιολογεί την αντίδραση του εφεδρικού πάνω σε
άοπλους πολίτες που το μόνο τους έγκλημα ήταν ότι
διαφωνούσαν με τον Μακάριο και πίστευαν στην Ένωση. «Μπορεί
η ιδέα της Ένωσης πολιτικά να ήταν λάθος αλλά εμένα τότε
με συγκινούσε η ιδέα. Γιατί πρέπει να κατατρέχεις κάποιον
για τις πολιτικές του ιδέες; Δεν έκανα τίποτε κακό.»
Γνωρίζει ότι δεν είναι σωστό να αναστατώνεται όταν τα
σκέφτεται αλλά παραδέχεται ότι ακόμη δεν έχει καταφέρει να
τα ξεπεράσει όσο πρέπει.
«Εμείς (εννοεί την οικογένεια της) δε συμφωνούσαμε με τη
γραμμή του Μακαρίου. Μας κόλλησαν κατευθείαν την ετικέτα
του Γριβικού. Σε καταλάβαιναν ποιος είσαι από την
εφημερίδα που αγόραζες, τις παρέες σου, το καφενείο που
σύχναζες. Έλεγες μια γνώμη, «Νομίζω ότι δεν είναι σωστό
αυτό που είπε ο Μακάριος» στιγματιζόσουν κατευθείαν και
αυτό είχε συνέπεια και στη δουλειά σου. Εγώ τράβηξα πάρα
πολλά. Έμεινε η βαθμολογία μου στάσιμη για χρόνια. Έπαιρνα
δυσμενείς μεταθέσεις. Δέχτηκα σκληρές φραστικές προσβολές
από τους ανωτέρους μου. Δυσκολεύτηκα πάρα πολύ. Μια φορά
που ζήτησα μετάθεση, αργότερα επί Κυπριανού, μου είπαν
στην Υπηρεσία που δούλευα κατά λέξη «Εσείς που ψηφίζετε
μουχτάρη Συναγερμικό να μη ζητάτε μεταθέσεις. Να πάτε
στους Συναγερμικούς να τους ζητήσετε». Τελικά μας βοήθησε
ένας άλλος, καλός άνθρωπος, του ΔΗ.ΚΟ, που όταν του
εξήγησα ότι θέλω μετάθεση γιατί έχτισα το σπίτι μου και
έχω οικογένεια, με λυπήθηκε και με βοήθησε να μετατεθώ
λίγο κοντύτερα στην επαρχία της πόλης όπου ζούσα».
Ιστορία 3η : Βία εναντίον των αριστερών
Στη φωνή της γυναίκας που μιλάει διακρίνω μια πίκρα και
μια αγανάχτηση. Ειδικά όταν αναφέρεται στην επίθεση που
δέχτηκε συγγενικό της πρόσωπο. Λέει ότι η εποχή που
φοβήθηκαν περισσότερο ήταν μεταξύ του 57 59. Τα
πράγματα για τους αριστερούς εκείνη την περίοδο
χειροτέρεψαν κατά πολύ. Η ίδια συνδέει το θάνατο του Μάτση
και του Αυξεντίου τους οποίους εκτιμά ως τα πιο μετριοπαθή
ηγετικά στελέχη της Ε.Ο.Κ.Α με την αρχή της πιο σκληρής
περιόδου για τους αριστερούς. Ο πατέρας της στην αρχή του
αγώνα είχε φυλακιστεί από τους Εγγλέζους ως μέλος της ΠΕΟ.
Έμεινε στη φυλακή για δύο χρόνια. Αισθάνεται αδικία γιατί
οι αγώνες της αριστεράς για αυτόν τον τόπο δεν έχουν ακόμα
αναγνωριστεί όπως πρέπει. «Ήταν και αυτοί πατριώτες και
αγωνίστηκαν για αυτόν τον τόπο». Από την άλλη πλευρά δεν
παραμένει προσκολλημένη στο κόμμα. Δηλώνει ελεύθερη να
σκέφτεται από μόνη της. Θεωρεί ότι πέρασαν οι εποχές που
ήταν πιο φανατική και ακολουθούσε χωρίς να αμφισβητεί τις
επιλογές του κόμματός της.
«Το συγγενικό μου πρόσωπο ήταν στέλεχος και επισκεπτόταν
διάφορα χωριά της περιοχής όπου δρούσε για ενημέρωση,
συνεδρία, συναντήσεις, ότι έκαναν τελοσπάντων. Μια νύχτα,
όταν τελείωσαν τη δουλειά τους, σε μια ερημική περιοχή
λίγο έξω από το χωριό που είχαν επισκεφτεί, τους έστησαν
καρτέρι και τους έδειραν σχεδόν μέχρι θανάτου».
Εδώ η φωνή της φανερώνει την αγανάχτηση και την απορία της
για το είδος των ανθρώπων που έκαναν αυτές τις πράξεις:
«Εν ψυχρώ σταματάς τα πλάσματα και τα χτυπάς για να τους
σκοτώσεις; Υποψιαζόμαστε ποιος το έκανε αλλά πώς να το
αποδείξεις; Φορούσαν όλοι κουκούλες. Η φωνή της ημερεύει
ξανά:
«Ο ένας από τους πληγωμένους κατάφερε να συρθεί μέχρι το
δρόμο, περνούσε τυχαία ένα αυτοκίνητο, τους μάζεψε και
τους πήγε σε ένα νοσοκομείο. Μέχρι σήμερα το άτομο για το
οποίο σας μιλάω αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα.
Χτυπήθηκε άσχημα στη σπονδυλική στήλη και παρά τις
εγχειρήσεις τελικά έμεινε παράλυτος».
Και συνεχίζει:
«Βίωνες εκείνο το φόβο, όποτε έβγαινε έξω κάποιο συγγενικό
σου πρόσωπο, ακόμα και για τη μάνα μου φοβόμουν, γιατί και
αυτή ήταν κάμποση, εγώ ως μωρό, ήμουν δώδεκα χρονών την
εποχή της Ε.Ο.Κ.Α, σκεφτόμουν, θα γυρίσουν πίσω; Θα έρθει
ο πατέρας μου; Έμεινα ξύπνια μέχρι αργά και μόλις άκουγα
τη μοτορούδα του ησύχαζα...»
Παρακάτω λέει:
« Όταν αργότερα έπιασα δουλειά στο δημόσιο πάντα έβρισκαν
κάποιους λόγους για να μη μας κάνουν μόνιμους, να μη μας
δώσουν προαγωγή. Συνέχεια βρίσκαμε δυσκολίες μπροστά μας,
γίνονταν αδικίες μπροστά στα μάτια μας».
Ο άντρας που μιλάει είναι ένας μετριοπαθής κύριος ηλικίας
60 περίπου χρόνων. Ο ίδιος λέει ότι έχει αλλάξει πολλές
από τις ιδέες του καθώς περνούσαν τα χρόνια. Κάποτε ένιωθε
εντελώς ταυτισμένος με το κόμμα. Τώρα βλέπει τα πράγματα
πιο αποστασιοποιημένα και πιο καθαρά. Προτιμάει τον χωρίς
υπερβολές σχολιασμό κάποιων γεγονότων.
«Εγώ δεν πιστεύω ότι δεν υπήρχαν αγνοί αγωνιστές στην
Ε.Ο.Κ.Α. Νέοι άνθρωποι που πίστεψαν σε ιδανικά και έδωσαν
τη ζωή τους για αυτά. Μέσα στην Ε.Ο.Κ.Α όμως υπήρχαν και
κάποιοι φανατισμένοι εναντίον των αριστερών που βρήκαν την
ευκαιρία για να κάνουν διάφορα».
«Φασισμό υπό την έννοια της καταπίεσης δεν νιώσαμε. Μην
ξεχνάς ότι ανήκαμε και εμείς κάπου. Έτσι νιώθαμε μια
ασφάλεια και μια υποστήριξη. Βέβαια γίνονταν συνέχεια
διακρίσεις εις βάρος μας. Ειδικά την περίοδο από58 έως
το65 περίπου. Η αδερφή μου αναγκαζόταν να αλλάζει
συνέχεια δουλειά. Όταν αργότερα διορίστηκα καθηγητής και
φτιάξαμε την Προοδευτική περνούσαν φίλοι μας μπροστά από
τα τραπεζάκια της Προοδευτικής και δε μας χαιρετούσαν, δε
μας μιλούσαν για να μη νομίσει κανείς ότι ήταν του ΑΚΕΛ ή
ότι είχαν σχέση με αριστερούς. Οι ίδιοι άνθρωποι που
μπορεί να έρχονταν σπίτι μας το απόγευμα. Ο κόσμος στο
δημόσιο φοβόταν μη στιγματιστεί ως αριστερός».
Η Μνήμη
Η αίσθηση που είχα όταν μιλούσα με αυτούς τους ανθρώπους
ήταν πως οι ιστορίες που μου αφηγούνταν είναι ακόμα
ζωντανές. Τις κουβαλούμε μέσα μας με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο. Παραμένουν όμως σε μια λανθάνουσα κατάσταση. Γιατί
οι μνήμες εκείνης της περιόδου έχουν παραμεριστεί από την
οδυνηρή μνήμη του 1974. Εν μέρει δικαιολογημένα. Το 74
ήταν τόσο οδυνηρό και τόσο τραυματικό που κυριάρχησε στη
συλλογική μνήμη. Διέγραψε σε μεγάλο βαθμό τη μνήμη για όλα
τα γεγονότα που συνέβησαν προηγουμένως. Οι μηχανισμοί των
διαστρωματώσεων της συλλογικής μνήμης είναι ένα δυσεπίλυτο
ζήτημα το οποίο μόλις πρόσφατα έχει αρχίσει να απασχολεί
έντονα τη βιβλιογραφία της κοινωνικής ψυχολογίας και της
ιστορίας. Είναι ωστόσο ένα συναρπαστικό ζήτημα που
υπόσχεται να μας διδάξει πολλά στο μέλλον. Γιατί οι «συγκαλυμμένες»
ή οι «λανθάνουσες» μνήμες δε σταματούν ποτέ να μας
συνοδεύουν. Αφήνουν τα ίχνη τους στο λόγο του παρόντος και
ξεπηδούν συνήθως απροσδόκητα ακόμα και όταν συζητάμε ένα
νέο γεγονός, ένα νέο δεδομένο.
Στην Κύπρο η μνήμη μας δείχνει να έχει σταματήσει στο
χρονικό όριο που έθεσε το τραγικό 1974. Για τα προ του 74
γεγονότα υπάρχει άγνοια, αποσιώπηση ή μια μονόπλευρη
οπτική, αναλόγως της θέσης από την οποία βλέπει κανείς τα
πράγματα. Ωστόσο, το 1974 δεν συνέβη σε ιστορικό κενό.
Ίσως να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί και πώς
συνέβη το 74 εάν γνωρίσουμε τι συνέβη τα προηγούμενα
χρόνια. Η «χρήσιμη» και «αποστειρωμένη» μνήμη δεν μπορεί
παρά να προσφέρει μιαν επιφανειακή συμφιλίωση με το
παρελθόν. Η μνήμη που δεν συγκαλύπτεται, δεν εμποδίζεται
και δεν αντικαθίσταται από μιαν πιο «αβλαβή», επιλεκτική
μνήμη αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως προϋπόθεση για μια
πραγματική συμφιλίωση με το οδυνηρό, δυσβάσταχτο παρελθόν
μας.
Οι άνθρωποι που μιλούν παραπάνω έχουν νομίζω μιαν τέτοια
αντιμετώπιση του παρελθόντος. Τολμούν να αποκαλύψουν τις
μνήμες τους, να μοιραστούν τα βιώματά τους προχωρώντας
πέρα από την ασφάλεια που τους προσφέρει η «εύκολη», «χρήσιμη»
μνήμη. Αναγνωρίζουν το φανατισμό που ένιωσαν κάποτε, το
βαθύ πόνο που τους προξένησαν κάποια γεγονότα ενώ
ταυτόχρονα είναι σε θέση να αποστασιοποιηθούν από την
απόλυτα μονόπλευρη αντιμετώπιση του παρελθόντος.
Η άγνοια εξάλλου συνήθως οδηγεί σε στενόμυαλες λογικές,
φτιάχνει ταμπού, θέματα για τα οποία δεν επιτρέπεται να
μιλήσουμε. Το σημαντικότερο όμως είναι πως η βία,
ιδιαίτερα αν έχει προέλθει από τη δική μας ομάδα, δεν
αναγνωρίζεται ως τέτοια και δεν καταδικάζεται μια και έξω.
Πολλές συμπεριφορές και εγκληματικές πράξεις μας φαίνονται
αυτονόητες, τις θεωρούμε φυσικές γιατί κανείς δεν μας έχει
μάθει να τις αναγνωρίζουμε και να τις κρίνουμε. Από τη
στιγμή που δεν τολμούμε να ψάξουμε το παρελθόν και να
ξανασκεφτούμε τα γεγονότα που μας πόνεσαν, μας σημάδεψαν
και σε αρκετές περιπτώσεις μας τύφλωσαν με φανατισμό, ο
εξτρεμιστικός λόγος και η τάση για βίαιη επιβολή ενάντια
σε ό,τι δε θεωρούμε δικό μας παραμένουν οι υποθήκες του
μέλλοντός μας. Πεποίθηση μου είναι πως η γνώση και όχι η
ιστορική αμνησία, ο διάλογος και όχι η σιωπή, η ευθύνη και
όχι η άρνηση, οι πολλές και αντιθετικές και όχι οι
μονοδιάστατες και επιλεκτικές πηγές είναι που θα μας
επιτρέψουν να συμφιλιωθούμε με τις τραυματικές εμπειρίες
του παρελθόντος μας.
Σήμερα
Σήμερα μια πεντηκονταετία μετά και καθώς η προηγούμενη
γενιά σταδιακά εκλείπει ίσως είναι πλέον η κατάλληλη
στιγμή να εξεταστούν προσεκτικά όλες οι πληγές του
παρελθόντος και να αποκαλυφθούν οι αλήθειες (όχι η αλήθεια),
ώστε να αρχίσουν σιγά σιγά να επουλώνονται τα τραύματα.
Για να πάρει η παλιά γενιά μαζί της τα πάθη και τα μίση
του παρελθόντος και να μην τα κληρονομήσει έστω και εξ
αντανακλάσεως στη νέα γενιά. Χρειάζεται αναστοχασμός πάνω
στα γεγονότα. Η στερεότυπη και παραδοσιακή ιστορία της
περιόδου που θυμίζει «γέμισμα» της μνήμης μάλλον
παρακωλύει παρά διευκολύνει αυτές τις άλλες φωνές να
ακουστούν. Η επεξεργασία της συλλογικής μνήμης είναι μια
μακροπρόθεσμη και ασταμάτητη διαδικασία που ξεκινά με την
αρχική (συνειδητή ή ασυνείδητη) κωδικοποίηση των βιωμάτων
τη στιγμή που συμβαίνουν. Στη συνέχεια αυτά τα αρχικά
μηνύματα τροποποιούνται, ενημερώνονται ή διαγράφονται από
τη μνήμη καθώς οι άνθρωποι προσπαθούν να ενσωματώσουν νέα
βιώματα και να καταλάβουν, μόνοι τους ή συζητώντας με
άλλους, το παρελθόν τους υπό το πρίσμα του παρόντος. Αυτή
είναι νομίζω η πρόκληση και για εμάς σήμερα. Το γεγονός
πάντως ότι οι άνθρωποι αυτοί προτίμησαν να παραμείνουν
ανώνυμοι γιατί ακόμη φοβούνται να βγουν προς τα έξω πιο
ανοιχτά είναι ενδεικτικό ότι έχουμε ακόμη μακρύ δρόμο να
διανύσουμε. Όπως έγραψα και στην αρχή του κειμένου αυτού ο
φόβος για διάλογο και οι «εύκολες» ιστορικές απαντήσεις
οδηγούν τελικά στην άγνοια. Υπάρχει ανάγκη για μια
ιστορική διερεύνηση που θα αναδεικνύει τον πλουραλισμό του
παρελθόντος και την πολλαπλότητα των αναγνώσεων του.
|