O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική :: Εκδηλώσεις :: Εκδηλώσεις 2008 ::  22/05/2008 | «Οι Ευρωτουρκικές σχέσεις, η Ελλάδα και η Κύπρος».  

22/05/1997 | «Οι Ευρωτουρκικές σχέσεις, η Ελλάδα και η Κύπρος»

Εισαγωγική ομιλία στην εκδήλωση του ΟΠΕΚ«Ευρωτουρκικές σχέσεις, Ελλάδα, Κύπρος»

Παύλος Παύλου μέλος του ΟΠΕΚ

Τα προβλήματα στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά κυρίως το Κυπριακό, είναι ζητήματα που έχουν διαποτιστεί έντονα από το πνεύμα της κρίσης. Στο Κυπριακό ιδιαίτερα, θα λέγαμε ότι έχει πια αναπτυχθεί μια κουλτούρα αδιεξόδου. Είναι φορές που διερωτάται κανείς πώς θα αισθανόμασταν αν τύχαινε για μια περίοδο πέραν των έξι μηνών τα γεγονότα να μην επιτρέπουν να εμφανιστεί στο λεξιλόγιό μας ο όρος «αδιέξοδο». Πρόκειται για μια αντίληψη για τα πράγματα που έχει διαχυθεί σε όλες τις όψεις της πολιτικής μας δραστηριότητας – και προφανώς δεν περιορίζεται καν σ’ αυτή – διαμορφώνοντας στην πορεία τα θεμέλια και ότι έχει κτιστεί και λειτουργεί στη συλλογική μας δραστηριότητα. Γι΄ αυτό και είναι τόσο δύσκολο να ανατρέψει κανείς συμπεριφορές και στάσεις μέσα στην κοινωνία, ακόμη κι όταν η ίδια η πραγματικότητα και η ορθολογιστική ερμηνεία της είναι ισχυροί σύμμαχοι.

Είναι βέβαια αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι τα προβλήματα θα λύνονταν αν απαλλασσόμασταν απ’ αυτή τη νοοτροπία. Υπάρχει πάντα και η άλλη πλευρά. Είναι ένα πράγμα όμως το να ανιχνεύει κανείς στοιχεία αδιαλλαξίας ή αντιπαραγωγικής συμπεριφοράς στη στάση αυτού που έχει απέναντί του, της Τουρκίας για παράδειγμα ή της Τουρκοκυπριακής ηγεσίας, και άλλο ο πολιτικός μας λόγος να αποζητά ως εξαρτησιογόνα ουσία τον εντοπισμό και την επίμονη καταγραφή αυτής της αδιαλλαξίας, για να επιβιώσει, να αυτοεπιβεβαιωθεί, να ηρεμήσει κολυμπώντας μέσα στα γνώριμα νερά των στερεοτύπων του.

Σε εποχές και συνθήκες απομονωτισμού και πολιτικού προστατευτισμού, το κόστος που συνεπάγεται η ανάπτυξη της κουλτούρας αδιεξόδου, είναι σημαντικό, αλλά δεν είναι τελεσίδικα καταστροφικό. Τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά δύσκολα, σε εποχές και συνθήκες ανοίγματος στον κόσμο. Όταν η επικοινωνία κρατών και πολιτών, οικονομίας και ιδεών αλλάζει το πλαίσιο των απαιτήσεων, η κουλτούρα του αδιεξόδου οδηγεί ολόκληρους λαούς σε αδιέξοδο.

Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι ισότιμα μέλη της ευρωπαϊκής οικογένειας. Πολλές συμπεριφορές στην Ελλάδα κάθε που αναθερμαίνεται ένα πρόβλημα (π.χ. εκείνο των σχέσεων με την πΓΔΜ) είναι σαν να θέλουν να σπρώξουν τη χώρα έξω από τα όρια της Ευρώπης, έξω και από τα όρια του παροντικού χρόνου. Οικοδομούν πολιτικό λόγο που δε θέλει να σκέφτεται και να συνυπολογίζει το ότι το άνοιγμα του κόσμου και το άνοιγμα της Ελλάδας στον κόσμο δεν είναι απλά λογιστικό μέγεθος, ποσοτική κατάκτηση. Αλλά πρώτιστα ποιοτική αλλαγή του πλαισίου λειτουργίας σε κάθε τομέα.

Η Κύπρος φαίνεται να αγωνίζεται (και μερικές φορές να αρνείται κιόλας) να συνειδητοποιήσει πως έχει ενταχθεί στην Ε.Ε. . Η ένταξη θα έπρεπε να συνεπάγεται το τέλος της εποχής του απομονωτισμού, την ένταξη στο χάρτη των σύγχρονων κοινωνιών που δεν οικοδομούνται πάνω στα φοβικά σύνδρομα. Προ πάντων, θα πρέπει να σημαίνει τη συνειδητοποίηση του πλαισίου μέσα στο οποίο πρωτοποριακά λειτουργεί η Ε.Ε. . Ο όρος «αδιέξοδο» είναι άγνωστος στην καθημερινή λειτουργία της. Στην Ευρώπη αναπτύσσεται τις τελευταίες δεκαετίες η ακριβώς αντίθετη κουλτούρα: Υπάρχουν ζητήματα προς αντιμετώπιση, υπάρχει ποικιλία θέσεων, υπάρχουν αντιθέσεις, πάντα όμως υπάρχει και η βούληση τα προβλήματα να βρουν τη λύση τους. Η Ευρώπη είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση.

Δε θα μπορούσε να αναφέρει κανείς ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου λειτουργίας της Ε. Ε., άλλο από εκείνο της μεγάλης κατάκτησης της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβόνας: Μετά την ανατροπή των σχεδιασμών για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, αν ανέθεταν σ’ εμάς να βρούμε τη λύση, πιθανόν να μοιρολογούσαμε ακόμη πάνω από τα... συντρίμια και τα αδιέξοδα. Η θεσμική Ευρώπη όμως έμαθε να λειτουργεί διαφορετικά: Χωρίς πανικούς, χωρίς εμμονές ή παιδικά πείσματα, κατάφερε να ανιχνεύσει τις λεωφόρους και τα μονοπάτια που οδήγησαν στη Λισσαβόνα, την αρχή μιας νέας εποχής για την Ένωση, μιας εποχής ακόμη μεγαλύτερης συνοχής και λειτουργικότητας.

Η Τουρκία οικοδομεί με πολλές δυσκολίες τη σχέση της με την Ευρώπη. Εκτός από τον αμείλικτο εσωτερικό πόλεμο ανάμεσα στις δικές της απομονωτικές δυνάμεις και τους ευρωπαϊστές, έχει να αντιμετωπίσει τον έντονο σκεπτικισμό ευρωπαϊκών χωρών για το χαραχτήρα της μελλοντικής σχέσης και το ποιο θα είναι το τέλος του δρόμου. Πρόκειται για ένα κρίσιμο μείγμα, γεμάτο παραδοξότητες και συνέπειες τύπου ντόμινο, που όμως έχει το αισιόδοξο συστατικό που θέλει την Τουρκία τελεσίδικα δεμένη με την Ευρώπη. Από όλα τα σενάρια, εκείνο που θέλει μια Τουρκία μεσανατολική ή απομονωμένη, που να στρέφει την πλάτη προς την Ευρώπη, είναι το σενάριο με τις όλο και λιγότερες πιθανότητες. Ας αρχίσουμε λοιπόν να συνηθίζουμε στην ιδέα μιας Τουρκίας που θα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την Τουρκία του ΄70 και του ΄80. Θα είναι μια συνεργάσιμη Τουρκία; Aγνωστο. Το πιθανότερο όμως είναι να υποχρεωθεί από την πραγματικότητα να είναι πιο συνεργάσιμη από τον παλιό της εαυτό. Η όσμωση των ευρωπαϊκών στοιχείων στην πολιτική και κοινωνική της κουλτούρα είναι λιγότερο αργή από όσο η πρώτη δική μας ματιά θα ήθελε.

Όταν ο Γιάννος Κρανιδιώτης έλεγε στη δεκαετία του ’90 «εγώ θα βάλω την Κύπρο στην Ευρώπη, είτε αρέσει είτε όχι σε κάποιους», δε φανταζόταν ίσως πόσους Κρανιδιώτηδες ακόμα θα χρειαζόμασταν για να αρχίσουμε να «βάζουμε» επιτέλους την Ευρώπη στην Κύπρο. Για να αρχίσουμε δηλαδή να συνειδητοποιούμε πως δε γίνεται να κάνει κανείς πολιτική εταιρική, θεωρώντας τους εταίρους ως εξ ορισμού εχθρούς. Για να αρχίσουμε να κάνουμε πολιτική συμμαχιών στην Ευρώπη, όχι για να καίμε τα χαρτιά μας σε εφάπαξ αντιστάσεις, αλλά για να προωθήσουμε πολιτικές που μπορούν να έχουν βάθος χρόνου. Για να αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε πως για να πείσουμε πρέπει να μιλάμε τη γλώσσα του υπόλοιπου ευρωπαϊκού κόσμου, να βάζουμε δίπλα στο πρόβλημα την πρόταση, τη λύση και τη διέξοδο, να σχεδιάζουμε όχι για να κατατροπώσουμε αλλά για να επιτύχουμε, να λύσουμε τα προβλήματα.

Πολύ σωστά ο Κώστας Σημίτης υπενθυμίζει ότι ο επιτυχημένος σχεδιασμός των τελών της δεκαετίας του ’90 που οικοδόμησε το σημερινό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων με άξονα την Ευρώπη, χρειάζεται πια επαναπροσδιορισμό, αφού – προσθέτω – οι υπόλοιποι δεν μπορέσαμε να χτίσουμε πάνω σ’ αυτό τις λύσεις. Σ΄ αυτή τη διαδικασία επαναπροσδιορισμού, θα πρέπει βέβαια να είμαστε δημιουργικοί. Τουλάχιστον, δε θα πρέπει να είμαστε μίζεροι. Η Ε.Ε. μπορεί και πρέπει να είναι καταλύτης της λύσης του Κυπριακού, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με συγκεκριμένες δικές μας πρωτοβουλίες.

Στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια πολλοί «ανακάλυψαν» όψιμα την Ευρώπη μόνο για να την καταργήσουν. Ηχούν ακόμη στα αυτιά μας τα περί «ευρωπαϊκής λύσης», που στόχο είχαν να χρησιμοποιήσουν ως μέσο, βολικές στρεβλώσεις των ευρωπαϊκών αρχών, απλά για να απομακρύνουν την προοπτική λύσης του Κυπριακού. Όμως, η Ευρώπη πρέπει να είναι καταλύτης στο Κυπριακό. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με συγκεκριμένο σχεδιασμό, στη βάση της προοπτικής του 2009. Καιρός να σοβαρευτούμε ξανά: Το 2009 χρειαζόμαστε ένα Ελσίνκι νούμερο δύο. Ένα οδικό χάρτη που θα συνδέει παραγωγικά την πορεία της Τουρκίας προς την Ε. Ε. με το ρόλο της στο Κυπριακό. Ο πατριωτισμός έχει όνομα, έχει πρόγραμμα, έχει λογικούς και εφικτούς στόχους. Όσοι τον είχαν μας έβαλαν στην Ευρώπη. Όσοι τον διακηρύσσουν απλώς, καιρός να συνετιστούν και να συμβάλουν ώστε να ξαναμπεί η Ευρώπη στο παιγνίδι της Κύπρου.

Φίλες και φίλοι,

τελικά έχουμε σήμερα να διαχειριστούμε ένα κάπως πιο αισιόδοξο σκηνικό στο Κυπριακό. Η διαχείρισή του όμως μπορεί ανά πάσα στιγμή να περιπέσει στα γνωστά, αν η πολιτική μας παραμείνει στο επίπεδο της γκρίνιας για το τάδε και το τάδε που είπε ο Ταλάτ, για τη μια ή την άλλη δήλωση του Γκιουλ. Χωρίς τους δύο πόλους πολιτικής, τη σχεδιασμένη δηλαδή πολιτική συμμαχιών και τολμηρών ανοιγμάτων σε επίπεδο κορυφής, και την αποφασιστική αμφισβήτηση της κουλτούρας του αδιεξόδου στις νοοτροπίες της βάσης στο εσωτερικό, γρήγορα το σήμερα θα κινδυνεύει να μοιάζει πολύ με το χθες. Ποιος άραγε μπορεί να ισχυριστεί ότι Αθήνα και Λευκωσία έχουν τα τελευταία χρόνια σχεδιάσει και υλοποιήσει μια πολιτική συμμαχιών στην Ευρώπη, αντίστοιχη εκείνης του 1996, του 1999 και του 2003; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι έχουμε σήμερα – πέραν των διακηρύξεων – μια συγκροτημένη πολιτική απέναντι στις τουρκοκυπριακές πολιτικές δυνάμεις και στην τουρκοκυπριακή κοινοτική βάση;

Το «εμείς θέλουμε λύση με το σωστό περιεχόμενο, αλλά η Τουρκία είναι αδιάλλακτη», ανεξαρτήτως προθέσεων δεν είναι ως προς το αποτέλεσμα πολύ μακριά από το «εμείς προσπαθήσαμε, αλλά η Τουρκία είναι αδιάλλακτη και δεν τα καταφέραμε». Ως ΟΠΕΚ χαιρετίζουμε τη διαφορά τους, δε δεχόμαστε την κοινή λογική τους βάση, που θεμελιώνεται στον απομονωτισμό, χρησιμοποιεί ως πηλό την απουσία σχεδιασμού στη διεθνή πολιτική σκακιέρα και ως τούβλα – εκτός από τη συνήθη μεταφορική σημασία του όρου – την καθημερινή μιζέρια της δηλωσιολογίας για εσωτερική κατανάλωση.

Ο ΟΠΕΚ, πιστά προσηλωμένος στις ανάγκες για ανοιχτή και δημιουργική συζήτηση για τη διαμόρφωση δημιουργικής πολιτικής προς τα έξω και προς τα μέσα, είχε την πρωτοβουλία για τη σημερινή εκδήλωση. Μαζί με τον Υπουργό Εξωτερικών κ. Μάρκο Κυπριανού και την πολύ καλή μας φίλη, βουλευτή Aννα Διαμαντοπούλου, θα επιχειρήσουμε να δούμε πώς διαμορφώνεται και πώς εμείς μπορούμε να επηρεάσουμε το σκηνικό των ευρωτουρκικών σχέσεων. Καθώς και τους τόπους που αυτό συναντά την Ελλάδα και την Κύπρο. Εκτός των άλλων περγαμηνών τους, οι δύο έχουν ως κοινό εφόδιο την εμπειρία του Επιτρόπου στις Βρυξέλλες. Τους ευχαριστούμε θερμά που είναι απόψε μαζί μας. Ως ΟΠΕΚ, ευχαριστούμε και όλους εσάς για την παρουσία σας και για τη βούλησή σας να λειτουργήσουμε όλοι μαζί ως φορείς νέων προσεγγίσεων στην πολιτική.