O.P.E.K. Cyprus O.P.E.K. Cyprus Home Contact us        
 

 

Αρχική Σελίδα
Περί του ΟΠΕΚ
Εκδηλώσεις
Παρεμβάσεις
Δημοσιεύσεις
Εκδόσεις

Συνδέσεις

 

 

   

Αρχική : Εκδηλώσεις :: Εκδηλώσεις.2006 :: 28/04/2006 | Ευρωπαϊκή Ένωση και Κύπρος - Ανταγωνιστικότητα και Κοινωνική Συνοχή  

28/04/2006 | Ευρωπαϊκή Ένωση και Κύπρος - Ανταγωνιστικότητα και Κοινωνική Συνοχή

της Αννας Διαμαντοπούλου πρώην επιτρόπου ΕΕ -Βουλευτής ΠΑΣΟΚ

 Θέλω και εγώ να ξεκινήσω με τα συγχαρητήρια μου γι’ αυτήν τη διοργάνωση από τον ΟΠΕΚ, το ΚΕΒΕ και τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου. Η προεκλογική περίοδος δεν είναι ποτέ μια καλή περίοδος για να αρχίσουμε μεγάλες συζητήσεις, αλλά είναι σημαντικό ότι ανοίγεται και στην Κύπρο μια συζήτηση η οποία είναι στο επίκεντρο του παγκοσμίου ενδιαφέροντος όχι μόνο του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, μια συζήτηση που είναι εξαιρετικά δύσκολη αλλά είναι εξαιρετικά επείγουσα χωρίς κανένα περιθώριο αναβολών.


Θα ξεκινήσω από μια πολύ κοινότυπη αλλά όχι πολλές φορές ανακοινώσιμη διαπίστωση ότι υπάρχουνε πολλές χώρες στο κόσμο που έχουνε ανταγωνιστικό9τητα στα προϊόντα τους, της υπηρεσίες τους, αλλά δεν έχουν κοινωνική συνοχή. Οι ΗΠΑ είναι από τις πρώτες στους καταλόγους ανταγωνιστικότητας και είναι απ’ τις χώρες που σύμφωνα με τον τελευταίο πίνακα που ανακοινώθηκε πέρυσι, είναι προτελευταία στην παιδική φτώχεια ή είναι πάρα πολύ ψηλά στο δείκτη εγκληματικότητας. Θα αναφέρουμε πάρα πολλά παραδείγματα στην Ασία χωρών οι οποίες έχουν πάρα πολύ ψηλή ανταγωνιστικότητα σε συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων, αλλά δεν έχουν κοινωνική συνοχή. Το αντίστροφο δεν θα το δούμε πουθενά, δεν υπάρχει καμία χώρα που να έχει κοινωνική συνοχή και να μην έχει ανταγωνιστικότητα. Επομένως η εστίαση μόνο σε θέματα κοινωνικής πολιτικής, ή κοινοτικής συνοχής ξεχνώντας την προϋπόθεση της ανταγωνιστικότητας είναι αδιέξοδη θα έλεγα ότι είναι πολιτικός δαπανησμός. Η ανταγωνιστικότητα ουσιαστικά είναι ένα σύνολο πολιτικών που οδηγούν μια χώρα στο να μπορεί να έχει προϊόντα και υπηρεσίες τα οποία μπορούν να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ιστορία των κλειστών αγορών των απομονωμένων χωρών, των μικρών ή μεγάλων αγορών έχει περάσει για πάντα, και έχει περάσει και για όλες τις χώρες. Η Ευρώπη όσο και αν την κατηγορούμε όσο και αν κάνουμε κριτική από πολλές πλευρές, ο πρόεδρος του ΚΕΒΕ είπε προηγουμένως για το θέμα του προϋπολογισμού, θα μπορούσαμε και σε πολλά άλλο πράγματα να κάνουμε κριτική, δεν χωρά αμφιβολία ότι είναι η περιοχή του πλανήτη με τα υψηλότερα στάνταρτς στο κοινωνικό κράτος, δεν υπάρχει κανένα άλλο μέρος του κόσμου πουν να υπάρχει τέτοιο πλαίσιο προστασίας των εργαζομένων, τέτοιου είδους κοινωνικές παροχές, και ταυτόχρονα και οικονομίες με ικανοποιητικούς δείκτες. Βεβαίως δεν μπορεί παρά να παίρνουμε τα μηνύματα των καιρών. Η Ευρώπη χάνει συνεχώς σε ανταγωνιστικότητα. Το θέμα είναι ότι χάνουμε και από τις φτωχές χώρες, δηλαδή έχουμε μετακίνηση της βιομηχανίς και υπηρεσιών σε χώρες με χαμηλό κόστος εργασίας, την ίδια στιγμή χάνουμε και από χώρες με υψηλά στάνταρτς όπως είναι οι ΗΠΑ ή άλλες χώρες οι οποίες έχουν αναπτύξει εξαιρετικά υψηλή τεχνολογία, έχουν ανεπτυγμένη έρευνα και καινοτομία. Επομένως ήταν σαφές και δεν είναι κάτι που παρουσιάστηκε τώρα, είναι ένα φαινόμενο της τελευταίας δεκαετίας, ότι έπρεπε να αντιδράσουμε. Έπρεπε να αντιδράσουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έπρεπε να αντιδράσουμε σε εθνικό επίπεδο. Γι’ αυτό και έγινε η περίφημη στρατηγική της Λυσσαβώνας το 1999. πριν μπω στην στρατηγική της Λυσσαβώνας πρέπει να δούμε ποια είναι τα μεγάλα σχέδια τα μεγάλα ευρωπαϊκά projects, που δημιούργησαν την Ευρώπη που είμαστε σήμερα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό ήταν επιτυχημένα για να δούμε τι δεν πήγε καλά με τη Λυσσαβώνα ή ποιοι είναι οι στόχοι που έχουμε μπροστά μας.


Το πρώτο πολύ μεγάλο ευρωπαϊκό project ήτανε η ενιαία αγορά το 1985-1992. η ενιαία αγορά πολλές φορές απλοποιείται ότι είναι μια αγορά όπου υπήρξε ένα θεσμικό πλαίσιο όπου κινούνται ελεύθερα προϊόντα, υπηρεσίες και κεφάλαια. Αυτός είναι ο ορισμός της ενιαίας αγοράς, σ’ αυτόν ανήκει η Κύπρος σήμερα. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Η ενιαία αγορά συνοδεύτηκε από ένα πολύ πλούσιο θεσμικό πλαίσιο. Ένα θεσμικό πλαίσιο που αφορούσε τον ανταγωνισμό. Έχουμε πολύ ισχυρή νομοθεσία, πολύ ισχυρό κοινοτικό πλαίσιο, για τον ανταγωνισμό. Είπε ο κ. Μοντι πριν ότι τα χρόνια που δουλέψαμε μαζί στην ΕΕ πολλές φορές συνεργαστήκαμε μαζί ξεκινώντας πολλές φορές από δύο διαφορετικές αφετηρίες. Υπήρχε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα π.χ. μια μεγάλη κρατική βοήθεια σε μια μεγάλη επιχείρηση της Γαλλίας που αν δεν δινόταν η κρατική βοήθεια θα έπρεπε να απολυθούν χιλιάδες εργαζόμενοι. Οι εργαζόμενοι ερχόντουσαν σε εμένα, οι εταιρείες οι οποιες θα είχαν διαστρέβλωση στον ανταγωνισμό τους εάν υπήρχε κρατική βοήθεια πήγαιναν στον κ. Μόντι. Έπρεπε να βλέπουμε τα θέματα σφαιρικά, αυτό που εγώ διδάχθηκα και θα σας φανεί περίεργο με τον τρόπο που θα το διατυπώσω αυτά τα πέντε χρόνια, και μάλιστα, ερχόμενη από ένα σοσιαλιστικό κόμμα και με μια παιδεία μιας νεαράς και φανατικής σοσιαλίστριας, είναι ότι η ανταγωνισμός είναι ένα στοιχείο που ενισχύει την κοινωνική συνοχή. Η σωστή λειτουργία της αγοράς είναι προς όφελος των μικρών, είναι προς όφελος αυτών που δεν μπορούν να έχουν κάθε είδους πλάγια παρέμβαση είναι προς όφελος σε αυτούς που δεν έχουν επιδοτήσεις σε αντίθεση με αυτούς που έχουν επιδοτήσεις. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν οι χώρες ή οι κυβερνήσεις, δεν λειτουργούν ώστε να προστατέψουν τον ανταγωνισμό, αλλά τους ανταγωνιζόμενους. Όταν λοιπόν οι ανταγωνιζόμενοι είναι στο κέντρο των πολιτικών τότε και η αγορά χαλάει, υπάρχει στρέβλωση στην αγορά και πάντοτε υπάρχουν αυτοί που χάνουν. Υπάρχει το παράδειγμα της μεγάλης και της μικρής χώρας. Η πλούσια χώρα μπορεί να δώσει επιδοτήσεις στις επιχειρήσεις της. Η μικρή χώρα ή η φτωχή χώρα δεν μπορεί να δώσει επιδοτήσεις. Το ίδιο συμβαίνει και σε οποιοδήποτε άλλο τομέα. Οι αναλύσεις που κάνουμε στο θέμα του ανταγωνισμού, στις περισσότερες χώρες, δείχνουν ότι οι επιδοτήσεις σε πολύ λίγους κλάδους είχαν ουσιαστικά αποτελέσματα. Η πολιτική λοιπόν του ανταγωνισμού ,με ενιαίους κανόνες σε όλη την Ευρώπη, είναι ένα πάρα πολύ ισχυρό εργαλείο της ενιαίας αγοράς. Και δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχει ένα θεσμικό πλαίσιο που αφορά την εργασία. Το ότι υπάρχουνε κοινοί κανόνες για την εργασία σε όλη την Ευρώπη, το ότι υπάρχουν κοινοί κανόνες για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων για την οργάνωση της εργασίας, το θέμα του ωραρίου σε σχέση με την υγιεινή και ασφάλεια, όλα αυτά είναι ζητήματα που ουσιαστικά αποτρέπουν κατάχρηση της αγοράς, σε βάρος των εργαζομένων. Είναι λοιπόν πάρα πολύ σημαντικό να δούμε αυτό το ενιαίο σχέδιο που έγινε το 1985-1992, το οποίο έχει μια σειρά άλλων θεσμικών πλαισίων που αφορούν τον καταναλωτή, τα δικαιώματα του καταναλωτή σε σχέση με την ενιαία αγορά, το περιβάλλον , μια που ξέρετε πολύ καλά πόσο μεγάλη και ισχυρή είναι η περιβαλλοντική νομοθεσία στην ΕΕ, η οποία αφορά τις επιχειρήσεις, δηλαδή είναι μέρος της ενιαίας αγοράς και η περιβαλλοντική νομοθεσία. Επομένως δεν ήταν μια υπόθεση του να κάνουμε μια αγορά που να κυκλοφορούν ελεύθερα τα προϊόντα, ήταν ένα μεγάλο ευρωπαϊκό project, που έβλεπε την λειτουργία της αγοράς με όλες τις προϋποθέσεις εκείνες τις κοινωνικής συνοχής. Και να μην ξεχνάμε ότι συνοδεύτηκε με τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, για τις χώρες εκείνες οι οποίες ήταν αδύναμες, και οι οποίες δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα θέματα του ανταγωνισμού.


Πάμε τώρα στο δεύτερο μεγάλο project το οποίο ήτανε το ενιαίο νόμισμα, μετά την ενιαία αγορά έχουμε το ενιαίο νόμισμα, επίσης το ενιαίο νόμισμα δεν ήτανε απλά η άσκηση του εκδοτικού προνομίου του νομίσματος ήτανε μία σειρά πάλι από πολιτικές που είχαν προϋποθέσεις του υψηλού επιπέδου νομισματικής σταθερότητας, τα χαμηλά επιτόκια, το χαμηλό πληθωρισμό μια σειρά από δείκτες η επιτυχία των οποίων σήμαινε πολλές πολιτικές μεταρρυθμίσεις και θεσμική σύγκλιση. Η υπόθεση του νομίσματος, το να έχουμε το Ευρώ στα χέρια μας, δεν είναι μια ιστορία που αφορά τις τράπεζες, έχουμε την εμπειρία και στην Ελλάδα και στην Ιταλία, το να φτάσεις να επιτύχεις τους δείκτες και τις πολιτικές που χρειάζονται για την νομισματική ένωση, σήμαινε μία σειρά θεσμικών συγκλίσεων, αλλαγών στην λειτουργία του Υπ. Οικονομικών, των προϋπολογισμών, απελευθέρωση της τραπεζικής αγοράς, των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ήτανε λοιπόν μία σειρά πολιτικών που οδηγούσαν στο ενιαίο νόμισμα. Και τα δύο μεγάλα αυτά προγράμματα είχαν πίσω τους μεγάλη πολιτική διαπραγμάτευση, και πολιτική συμφωνία, η οποία μεταφέρθηκε στην ευρωπαϊκή συνθήκη, δηλαδή η ενιαία αγορά ουσιαστικά ήτανε πια κομμάτι της συνθήκης, είχε συζητηθεί σε όλες τις χώρες, είχαν υπάρξει δημοψηφίσματα, είχαν υπάρξει πολιτικές συγκρούσεις, ήτανε ένα πολύ μεγάλο πολιτικό project το οποίο συμφωνήθηκε και υλοποιήθηκε, με τα προβλήματά του όμως υλοποιήθηκε. Επίσης η νομισματική ένωση ήτανε ένα μεγάλο πολιτικό project, που κι αυτή είχε μεγάλες συγκρούσεις σας θυμίζω ότι στη Δανία έγινε δημοψήφισμα για το Ευρώ και χάθηκε, ήτανε συζήτηση των λαών, ήτανε συζήτηση των πολιτικών κομμάτων. Αυτοί που ήθελαν να μπουν στο Ευρώ το έκαναν με την πολιτική επιλογή να μπουν στο Ευρώ μετά από συζητήσεις, και βέβαια μετά από αλλαγές της συνθήκης.


Μετά λοιπόν απ’ αυτά τα δύο μεγάλα πολιτικά projects ερχόμαστε στην Λυσσαβώνα. Η Λυσσαβώνα τι ήταν; Ήταν μία στρατηγική συμφωνία που ήθελε να αλλάξει ουσιαστικά τις επιλογές, των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, τις προτεραιότητες τους με μια σειρά από εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν στο να κάνουν την Ευρώπη την πιο ανταγωνιστική οικονομία του κόσμου μέχρι το 2010, με κοινωνική συνοχή. Αυτό είναι η περιγραφή του στόχου της Λυσσαβώνας. Εδώ τώρα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι είδους συμφωνία ήταν αυτό το project. Πρώτα πρώτα αφορούσε την απελευθέρωση των αγορών, μάλιστα θα ξεκινήσω από το ότι ο στόχος αυτός, το να γίνει πιο ανταγωνιστική η οικονομία και να έχει και κοινωνική συνοχή είχε και ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα που μπορούσε να γίνει κατανοητό από τους πολίτες. Ο στόχος της Λυσσαβώνας ήταν να πετύχουμε πλήρη απασχόληση δηλαδή 70% απασχόληση, που μεταφράζεται γύρω στο 3.5-4% ανεργία. Ένας πάρα πολύ σημαντικός στόχος για τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Αυτό είχε την προϋπόθεση τις υψηλής ανάπτυξης, δηλαδή, απαιτούσε ένα 3% ετήσιας ανάπτυξης, και μια σειρά μεταρρυθμίσεων. Ο ρυθμός ανάπτυξης και οι μεταρρυθμίσεις, ήτανε σαν την κότα με το αυγό. Χωρίς μεταρρυθμίσεις δεν μπορούσε να υπάρξει ανάπτυξη, η ανάπτυξη υποστήριζε τις μεταρρυθμίσεις, έπρεπε λοιπόν οι κυβερνήσεις να πάρουν μια σειρά αποφάσεων για τις μεταρρυθμίσεις, τις οποίες θα αναφερθώ. Η συμφωνία στην Λυσσαβώνα δεν έχει τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων μεγάλων προγραμμάτων, δεν απαιτούσε από την συνθήκη δεσμεύσεις. Εάν κάποιος υλοποιούσε ή όχι τη Λυσσαβώνα δεν είχε κυρώσεις, όπως είχε στο Ευρώ η όπως έχει στην ενιαία αγορά, εάν παραβείς τους κανόνες της ενιαίας αγοράς θα πας στο ευρωπαϊκό δικαστήριο και θα έχεις κυρώσεις, εάν στην νομισματική ένωση παραβείς τους όρους θα έχεις κυρώσεις, η Λυσσαβώνα ήτανε μια πολιτική συμφωνία, όπου όλοι οι αρχηγοί, όλοι οι πρωθυπουργοί συμφώνησαν ότι έπρεπε να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις. Όταν ο καθένας γύριζε στη χώρα του, βεβαίως μεταρρυθμίσεις δεν υπάρχουν βελούδινες μεταρρυθμίσεις, όλες οι μεταρρυθμίσεις είχαν ένα κόστος. Η πάγια τακτική χωρίς εξαίρεση κυβερνήσεων ήταν ότι όταν προχωρούσαν με μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ήταν δυσάρεστες για τον κόσμο, ο λόγος ήταν η ΕΕ. Όποια μεταρρύθμιση γινότανε και δεν ήταν αρεστή, ποιος έφταιγε, η ΕΕ η οποία μας επιβάλλει να κάνουμε τις μεταρρυθμίσεις. Το κλίμα που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια σε όλες τις χώρες της ΕΕ, και έχουμε την εμπειρία σαν επίτροποι που σε κάθε χώρα που πηγαίναμε έπρεπε να απολογηθούμε για τι η Ευρώπη βάζει τις κυβερνήσεις να κάνουν τόσο κακά πράγματά, άρχισε να γίνεται όλο και πιο αρνητικό. Ότι κακό γινότανε έφταιγε Ευρώπη, ότι καλό γινόταν ήτανε οι τοπικές κυβερνήσεις, έτσι ώστε να φτάσουμε σε μια μη ουσιαστικά υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων στο βαθμό που θα θέλαμε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και σε εθνικό επίπεδο ώστε να έχουμε αποτελέσματα, αλλά να δημιουργήσουμε και ένα εκρηκτικό κλίμα, δεν είναι ο μόνος λόγος αλλά βοήθησε και αυτό σε μεγάλο βαθμό, ένα εκρηκτικό κλίμα σε πάρα πολλές χώρες στη σχέση των λαών και των κυβερνήσεων με το τι αποφασίζουν και τι όχι οι Βρυξέλλες. Και πάμε στο θέμα των μεταρρυθμίσεων, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι που αφορά στην απελευθέρωση των αγορών, το άνοιγμα των αγορών. Είναι πολλές οι αγορές, είναι η Τραπεζική αγορά, είναι η αγορά ενέργειας, είναι η αγορά των επικοινωνιών, είναι οι μεταφορές, είναι μια σειρά μεγάλων θεμάτων, που το άνοιγμα της αγοράς, η απελευθέρωση των αγορών, δεν ταυτίζεται με την ιδιωτικοποίηση ή την δημόσια επιχείρηση. Δηλαδή δεν σημαίνει ότι όταν ανοίγουμε τις αγορές πρέπει σώνει και καλά να έχουμε ιδιωτικές εταιρείες. Αυτό όμως που είναι απαραίτητο είναι να κατανοήσουμε πλέον και προχωρώντας και η πολιτική σκέψη και ο πολιτικός διάλογος, ότι το δημόσιο συμφέρον δεν ταυτίζεται με την δημόσια υπηρεσία. Η απελευθέρωση των αγορών και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά της Ευρώπης με τις ΗΠΑ γίνεται πάντοτε μέσα σε ένα πλαίσιο που να προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή απελευθερώνουμε τις μεταφορές και οι αερομεταφορές είναι ελεύθερες στην Ευρώπη, αλλά στην Ελλάδα που έχει 30 νησιά και 30 αεροδρόμια στην οποία καμία εταιρεία δεν μπορεί να είναι κερδοφόρα, μπορεί να επιδοτηθεί ιδιωτική εταιρεία μέσα από ένα διαγωνισμό με διαφανείς όρους, να επιδοτηθεί για το κόστος αυτό, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη για να εξυπηρετηθούν τα νησιά. Αυτό συμβαίνει στο άνοιγμα όλων των αγορών. Επομένως αυτή η απλή προσέγγιση, που πολλές φορές έχει πάρει χαρακτηριστικά πολιτικού διαλόγου σε πολλές χώρες, χωρίς να αναπτύσσεται όλο το πλαίσιο, δημιουργεί συγκρούσεις κατά την άποψή μας και κάτω από την εμπειρία που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια, δίνοντας ψευδή χαρακτηριστικά. Θέλουμε να ανοίξουμε μια αγορά. Γιατί πρέπει να ανοίξει μία αγορά. Όχι για να είναι καλύτερα οι επιχειρηματίες και να έχουν περισσότερες ευκαιρίες οι επιχειρηματίες, αλλά οι αγορές ανοίγουν για να έχουν φθηνότερες τιμές οι καταναλωτές και για να έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες οι επενδύσεις, άρα δημιουργία άλλων θέσεων απασχόλησης. Θα πρέπει να εξετασθεί σε κάθε περίπτωση το άνοιγμα της αγοράς, τη προβλήματα δημιουργεί στο δημόσιο συμφέρον ώστε να δημιουργηθεί το θεσμικό πλαίσιο που τα καλύπτει. Εδώ λοιπόν στο θέμα των αγορών οι πρώτες χώρες που απελευθέρωσαν τις αγορές με απόλυτα ικανοποιητικό τρόπο είναι οι σκανδιναβικές χώρες. Δηλαδή οι χώρες με το μεγαλύτερο κοινωνικό και πιο ισχυρό κράτος. Θα δούμε πάρα πολλές διαστρεβλώσεις της αγοράς σε χώρες όπως η Γερμανία. Οι μεγάλες οικονομίες. Ένα πρώτο σοβαρό θέμα ήτανε το θέμα των αγορών, ένα δεύτερο μεγάλο θέμα ήτανε η αγορά εργασίας. Εδώ είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο, σοβαρό και πολιτικό θέμα. Παρακολούθησα από κοντά την σύγκρουση που έγινε στη Γερμανία. Η Γερμανία ήτανε μια οικονομία με πολύ σημαντικές επιδόσεις, ένα κράτος που ήτανε το κλασσικό βιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης, με πάρα πολύ υψηλές αποδόσεις και πολύ σοβαρά και γενναιόδωρα κίνητρα για τους εργαζόμενους και βέβαια ένα κοινωνικό δείκτη προστασίας πάρα πολύ υψηλού επιπέδου. Η Γερμανία έχει μια αλλαγή στην οικονομία της τα τελευταία χρόνια, δεν έκανα τη σωστή στιγμή τις σωστές αλλαγές ώστε να μεταπεράσει στο χώρο των υπηρεσιών, να εκσυγχρονίσει στο βαθμό που έπρεπε την βιομηχανία της με νέες μεθόδους παραγωγής, ή με μια διαφορετικού τύπου εξωστρέφεια δεν εκσυγχρόνισε το εκπαιδευτικό της σύστημα και την αγορά εργασίας. Θυμάμαι και θα το πω σαν παράδειγμα, στην ατζέντα του 2010 που έκανε ο Schreder, η ατζέντα του 2010 ήταν μία σειρά μεταρρυθμίσεων στην εσωτερική αγορά. Στην Γερμανία όταν κάποιος έβγαινε στην ανεργία είχε ένα επίδομα για πέντε χρόνια, το οποίο ήτανε όσο ο τελευταίος μισθός του, και είχε την δυνατότητα να αρνηθεί πέντε φορές την πρόταση που του έκανε ο οργανισμός απασχόλησης της Γερμανίας. Αυτό και βεβαίως ήτανε ένα κοινωνικό κεκτημένο και βεβαίως ήτανε και πάρα πολύ σημαντικό για τους ανέργους. Όμως δεν υπήρχε ούτε η οικονομική δυνατότητα πια να αντιμετωπισθεί αυτό, ούτε υπήρχε η δυνατότητα να βρεθούν οι εργασίες, οι ποικιλία και ο αριθμός των προσφερομένων εργασιών που υπήρχε στο παρελθόν. Η διαμάχη γι’ αυτό το θέμα το οποίο το επιλέγω σαν κάτι που μπορεί να τι καταλάβει ο καθένας, και να δει πως κάτι το οποίο θεωρείται κοινωνικό κεκτημένο, το οποίο κάποια στιγμή χρονική δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί, από τις οικονομικές συνθήκες της χώρας, και πρέπει να πάμε σε μια νέα φάση πόσο μπορεί να αποτελέσει στοιχείο εσωτερικής και μείζωνος σύγκρουσης. Για χρόνια όμως, για περίπου 4 ή 5 χρόνια. Η αγορά εργασίας έχει στοιχεία που αφορούν το κοινωνικό δείκτη, που είναι αυτό το οποίο προανέφερα αλλά είναι βεβαίως και τα ζητήματα της ευελιξίας. Η ευελιξία νομίζω πως υπήρξε ένα στοιχείο κάζους μπέλι για τα συνδικάτα, νομίζω πως σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και σήμερα, και εάν την ευελιξία την δούμε από μόνη της είναι σίγουρο ότι μπορεί να οδηγήσει σε μία ζούγκλα. Δηλαδή η λογικη του επειδή έχουν αλλάξει τα δεδομένα και επειδή υπάρχει παγκόσμιος ανταγωνισμός, να μπορεί ο εργοδότης να διαμορφώνει το ωράριο, να αποφασίζει την οργάνωση εργασίας, να μειώνονται οι τιμές, να απολύονται πάρα πολύ εύκολα οι άνθρωποι, όλα αυτά οδηγούν σε μια ζούγκλα. χρειάζεται όμως ένα νέο μοντέλο που να συνδυάζουμε, ο Υπουργός ήδη το έχει αναφέρει, την ευελιξία και την ασφάλεια, δηλαδή θα έλεγα ότι η λέξη πια ευαλφάλεια, δηλαδή αν μιλήσουμε για μία λέξη που σηματοδοτεί ένα σύνολο νέων πολιτικών, κάθε φορά που θα έχουμε μια αλλαγή που θα αφορά την ευελιξία, είτε είναι το ωράριο για τα νέα μοντέλα εργασίας είτε είναι η οργάνωση του χρόνου εργασίας, είτε το καθεστώς απολύσεων να υπάρχει ένα κοινωνικό δίκτυ που να μην δημιουργεί θύματα, των αλλαγών στην αγορά εργασίας. Και εδώ βεβαίως υπάρχον πολλά που μπορεί να πει κανείς είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο θέμα, είναι όμως ανάγκη η κάθε χώρα να βρει αυτό το νέο μείγμα της ευαλφάλειας που είναι απαραίτητο σε κάθε χώρα. Υπάρχουν και πολλά άλλα ζητήματα, μεταρρυθμίσεων που έχει αναφερθεί η Λυσσαβώνα όπως είναι το θέμα της παιδείας. Είχαν μπει συγκεκριμένοι στόχοι μέχρι το 2003 όπου οι χώρες να είχαν συνδέσει τα σχολεία τους με ιντερνετ, να υπήρχε πρόσβαση του κάθε μαθητή στην κοινωνία της πληροφορίας, να εκπαιδευτούν όλοι οι δάσκαλοι με συγκεκριμένο τρόπο, είχαμε κάνει το πρόγραμμα Europe, αυτά δεν ήτανε υποχρεωτικά, ήτανε πολιτικές δεσμεύσεις, στις περισσότερες χώρες δεν έγινε. Και ερχόμαστε στο μεγάλο ερώτημα:

Η Λυσσαβώνα και οι μεταρρυθμίσεις που αυτή επιβάλλει ή προτείνει είναι ζητήματα που θα έπρεπε να πάρουν μια καινούργια θεσμική διάθεση στην Ευρώπη; Εδώ θα δούμε άλλη μια μεγάλη αντίφαση η οποία φάνηκε και στο δημοψήφισμα και στην ζήτηση που είχαμε στην Γαλλία, και σε άλλες χώρες. Υπάρχει τι θέμα της κοινωνικής συνοχής. Υπάρχει το θέμα των κοινωνικών πολιτικών, υπάρχει πολύ συχνά κριτική ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερη ισχύη σε κοινωνικά ζητήματα. Όταν υπάρχουν προτάσεις για να φέρουμε στην συνθήκη ζητήματα που μεταφέρουν στην Ευρώπη κοινωνικές πολιτικές ή κοινωνικές αποφάσεις δηλαδή τι σημαίνει περισσότερο κοινωνική Ευρώπης σήμαινε ότι έχουμε περισσότερες εξουσίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι οποίες θα πρέπει να ορίζονται από τη συνθήκη για τα ασφαλιστικά συστήματα για τα κοινωνικά συστήματα, για τα θέματα υγείας, ή για τα θέματα της αγοράς εργασίας. Εκεί όχι μόνο η Βρετανία, βλέπω τον Βρετανό πρέσβη εδώ, αλλά πάρα πολλε΄ς χώρες όπως όλες οι σκανδιναβικές χώρες δεν δέχονται καμία συζήτηση ότι θα μπορούσε να υπάρχει μεγαλύτερη ευθύνη της Ευρώπης για κοινωνικά ζητήματα. Δεν ξέρω ποια είναι η επικρατούσα άποψη στην Κύπρο, αλλά οι περισσότερες χώρες λένε ότι αυτά είναι εθνικά ζητήματα. Εάν είναι λοιπόν εθνικά ζητήματα, πως ζητούμε από την Ευρώπη να παρεμβεί σε θέματα κοινωνικής πολιτικής. Να λύσουμε λοιπόν αυτή την αντίφαση. Η κοινωνική πολιτική έχει να κάνει και με οικονομικά ζητήματα, η Κύπρος έχει φορολογία 10% στις επιχειρήσεις. Ένα από τα βασικά στοιχεία της συζήτησης στο Γαλλικό διάλογο για το δημοψήφισμα, ήταν να υπάρξει φορολογικό μίνιμουμ στην Ευρώπη δηλαδή να συμφωνήσουν οι χώρες ώστε να μην μπορεί κάθε μία να βάζει ότι ελάχιστο φόρο θέλει, αλλά να υπάρχει σε όλες τις χώρες ένα ελάχιστο μίνιμουμ, ώστε να μην έρχονται κάποιες χώρες να βάζουν χαμηλή φορολογία και να προκαλούν επενδύσεις σε βάρος του κοινωνικού κράτους και ουσιαστικά να ωθούν και τις άλλες να χαμηλώνουν την φορολογία τους. Αυτό πως θα το βλέπανε τα αριστερά και σοσιαλιστικά κόμματα της Κύπρου, που έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις από αυτά του σοσιαλιστικού κόμματος της Γαλλίας. Επομένως τα ζητήματα αυτά το πόσο Ευρώπη θέλουμε, το τι σημαίνει κοινωνική Ευρώπη, το πώς μεταφράζεται αυτή η συνθήκη θα πρέπει οι συζητήσεις να γίνονται με πραγματικούς όρους και όχι με ιδεοληψίες. Και εδώ το θέμα της Λυσσαβώνας, εγώ έχω γράψει ένα άρθρο το οποίο το έχω ονομάσει η απέραντη μοναξιά της στρατηγικής της Λυσσαβώνας το οποίο θα το δώσω μετά να δημοσιευθεί, όπου λέει ότι η Λυσσαβώνα δεν προχώρησε γιατί δεν είχε ούτε εχθρούς ούτε φίλους. Όταν έχεις μία διαδικασία που έχεις κυρώσεις ξέρεις ότι θα την ακολουθήσεις, όταν έχει μια διαδικασία όπου πρέπει να κάνεις μεταρρυθμίσεις γιατί πρέπει να έχεις πιο πολύ ανταγωνιστικότητα, καλύτερο περιβάλλον μεγαλύτερη απασχόληση, συμφωνούνε όλοι αλλά δεν υπάρχει καμία επικύρωση. Επομένως εάν θέλουμε να μιλήσουμε για ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων πρέπει να συμφωνήσουμε ότι στην επόμενη συζήτηση για την ευρωπαϊκή συνθήκη θα πρέπει να έχουμε περισσότερο Ευρώπη. Και εδώ ανοίγει η άλλη μεγάλη συζήτηση για την πολιτική Ευρώπη, την πολιτικοποίηση της Ευρώπης.


Τελειώνω μόνο με δύο σχόλια που αφορούν την Κύπρο. Η Κύπρος έχει μπροστά της δύο μεγάλα προγράμματα μπροστά της σαν μέλος της ΕΕ. Το πρώτο είναι οι μεταρρυθμίσεις, δηλαδή η υλοποίηση της Λυσσαβώνας, και θα έλεγα ότι είναι η στιγμή, η κατάλληλη στιγμή και η σωστή στιγμή που η Κύπρος μπορεί να μιλήσει για μεταρρυθμίσεις, γιατί τώρα τα πράγματα είναι καλά. Οι οικονομικοί δείκτες είναι πολύ καλοί. Είναι μια οικονομία η οποία βασίζεται στις υπηρεσίες, κάτι που το προσπαθούν και το επιθυμούν οι περισσότερες χώρες, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι στις υπηρεσίες ο ανταγωνισμός είναι πλέον τρομαχτικός. Θα υπάρχει πάντοτε μία χώρα που προσφέρει τα ίδια με φθηνότερες τιμές. Θα υπάρχει πάντοτε μια Ταϊλάνδη θα υπάρχουν πάντοτε οι χώρες στην Λατινική Αμερική, θα προκύπτουν πάντοτε καινούργιες οι οποίες θα έχουν να παρουσιάσουν φυσικές ομορφιές και θάλασσα. Και θα το κάνουν φθηνότερα. Θα πρέπει λοιπόν, τώρα να γίνουν οι μεταρρυθμίσεις εκείνες, οι προσεγγίσεις εκείνες, που θα βλέπουν το μέλλον και αυτό θα πει το παράδειγμα της Γερμανίας, όταν ήταν μία πού ισχυρή βιομηχανική χώρα, δεν έκανε την προσέγγιση των επόμενων χρόνων. Τώρα λοιπόν που όλα είναι σε μια πολύ καλή και ικανοποιητική κατάσταση είναι η στιγμή που πρέπει να γίνουνε οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Η δεύτερη παρατήρησή μου είναι για το Ευρώ. Βεβαίως είναι πολλοί οι παράγοντες που μπαίνουν σε μια συζήτηση για το εάν θα αποφασίσει μια χώρα αν θα μπόι στο Ευρώ ή όχι. Και η εκτίμησή μου ότι η πολιτική σημασία του να είναι η Κύπρος σε μία από τις μεγαλύτερες απ’ τα ισχυρότερα κράτη στον κόσμο η πολιτική σημασία είναι πολύ μεγάλη. Όμως σήμερα είδα επιχειρήματα ότι το Ευρώ δεν θα επιτρέψει κοινωνική πολιτική. Και επειδή συμμετείχα και σε δημοψηφίσματα σε χώρες της Ευρώπης αλλά έχω ζήσει και το αντίστοιχο στη Ελλάδα θέλω να πω το εξής: Τι σημαίνει δεν θα επιτρέψει η νομισματική ένωση κοινωνική πολιτική; Θα κάνουμε κοινωνική πολιτική μέσω της νομισματικής πολιτικής. Δηλαδή θα κάνουμε υποτίμηση, θα κάνουμε διολίσθηση θα αυξήσουμε το χρέος, θα αυξήσουμε το έλλειμμα για να κάνουμε κοινωνική πολιτική. Αυτό όμως είναι μια πλασματική κοινωνική πολιτική. Η πραγματική κοινωνική πολιτική γίνεται μέσα από την σωστή αναδιανομή και μέσα από το φορολογικό σύστημα και μέσα από τον προϋπολογισμό. Aρα το επιχείρημα της κοινωνικής πολιτικής για το Ευρώ νομίζω ότι πρέπει να συζητηθεί πάρα πολύ γιατί τουλάχιστον αυτή προσέγγιση δεν νομίζω ότι αντέχει πολύ στην λογική. Κυρίες και κύριοι πρέπει να πω βεβαίως υπήρξα επίτροπος και ήτανε μια πάρα πολύ μεγάλη εμπειρία, αλλά είμαι μία μαχόμενη πολιτικός και μάλιστα μια Ελληνίδα πολιτικός. Θέλω λοιπόν να τελειώσω λέγοντας ότι είχα ένα προνόμια στην ιστορία των πολιτικών και ήταν μια πού μεγάλη τιμή και ευτυχία για μένα το ότι έζησα και πάλεψα και συμμετείχα σε όλη την πορεία για την συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ και ένας πολύ μεγάλος και πολύ δύσκολος στόχος αποδείχθηκε ότι όταν έχουμε στόχους όταν έχουμε σωστό σχεδιασμό όταν έχουμε πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις μπορούμε να τους πετύχουμε. Η Κύπρος μπήκε στην ΕΕ πληρώντας όλους τους όρους και ως πρωταθλήτρια, σε όλα τα κεφάλαια και σε όλες τις προϋποθέσεις, μπορεί και σήμερα και πρέπει και οφείλει να εξακολουθεί να παίζει αυτόν τον ρόλο. Βεβαίως δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι στην ΕΕ ως η επόμενη λέξη ενός μεγάλου προβλήματος που έχει να κάνει με την Τουρκία και με το πολιτικό πρόβλημα. Η Κύπρος μπορεί και πρέπει να συνεχίσει να είναι στην Ευρώπη ως μια χώρα πρωταθλήτρια.


Ευχαριστώ.