|
29/09/2008
|
Αφιέρωμα στο Γιάννο Κρανιδιώτη
- ομιλία Αλέξανδρου Παπαναστασίου
Ομιλία
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, με θέμα «Το Ευρωπαϊκό Όραμα του
Γιάννου Κρανιδιώτη και η Κύπρος»
(Πανεπιστήμιο
Κύπρου, 29 Σεπτεμβρίου 2008)
Ευχαριστώ θερμά τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου κ.
Σταύρο Ζένιο καθώς και τον Πρόεδρο του ΟΠΕΚ κ. Λάρκο
Λάρκου που μας φιλοξενούν σήμερα εδώ, τόσο για την
πρωτοβουλία της σημερινής εκδήλωσης όσο και για την
ευγενική τους πρόσκληση. Ο ΟΠΕΚ άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια
έχει τιμήσει ουσιαστικά τη σκέψη και τη δράση του Γιάννου
Κρανιδιώτη και είμαι σίγουρος ότι θα συνεχίσει να το
πράττει και στ ο μέλλον με τον ίδιο πάντα ζήλο. Το μήνα
αυτό συμπληρώνονται 9 χρόνια από τον άδικο χαμό του φίλου
μου Γιάννου και αγνού συμπατριώτη σας, ενός τολμηρού
ανθρώπου που είχε πολλά ακόμα να προσφέρει στη γενέτειρά
του και στην Ελλάδα.
Αυτός ο μεγάλος πατριώτης, υπήρξε ο πολιτικός που έβγαλε
το Κυπριακό από την ακινησία. με πρωτοβουλίες και
μεθοδικές κινήσεις που χαρακτηρίζουν την εξωστρεφή
διπλωματία. Πίστευε ότι ο πραγματικός πατριωτισμός
κρίνεται εκ του αποτελέσματος και όχι μόνο από τις
προθέσεις, όσο αγνές και αν είναι αυτές. Ο πατριώτης
ανατρέπει στην πράξη αρνητικά δεδομένα . Δεν εφησυχάζει
αγέρωχα. Θεωρούσε ότι το να λειτουργείς ως «μικρομέγαλος»
στην εξωτερική πολιτική, χωρίς συναίσθηση των πραγματικών
μεγεθών, είναι ολέθριο, γιατί ο μαξιμαλισμός εύκολα
ανοίγει το δρόμο για μετέπειτα υποχωρήσεις. Αγωνίσθηκε για
να απαλλάξει την εξωτερική πολιτική από τα ιδεολογήματα,
τις προκαταλήψεις, το δογματισμό, τις αγκυλώσεις, τη
φοβικότητα, την άπραγη ρητορεία. Αυτός ήταν ο πολιτικός
μιας σχολής πολιτικής σκέψης των ανοιχτών οριζόντων και
όχι των μειωμένων προσδοκιών. Το καλύτερο λοιπόν πολιτικό
μνημόσυνο γι' αυτόν θα είναι εάν ακολουθήσουμε το δικό του
παράδειγμα και τη δική του σχολή πολιτικής σκέψης.
Ο Γιάννος Κρανιδιώτης δίκαια έχει χαρακτηρισθεί ως ο
αρχιτέκτονας της ευρωπαϊκής πορείας της Κύπρου. Δεν υπήρξε
μόνον ο οραματιστής αυτού του δρόμου. Έκανε πράξη το
ευρωπαϊκό του όραμα για την Κύπρο.
O καθηγητής Xρήστος Ροζάκης, που τιμά όλους μας σήμερα με
την εδώ παρουσία και συμμετοχή του, βρέθηκε στο ίδιο μήκος
κύματος με τον Κρανιδιώτη. Στη νέα δυναμική στροφή της
εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας ιδιαίτερα από το 1996 και
μετά. Και από τη θέση του Υφυπουργού Εξωτερικών. Με την
προώθηση, εκτός των άλλων, και της πολιτικής της «βήμα
προς βήμα προσέγγισης» με τη γειτονική Τουρκία. Υπήρξαν
και οι δυό τους εισηγητές αυτής της νέας πορείας. Μιας
πορείας που επέτρεψε τον εκσυγχρονισμό της εξωτερικής
πολιτικής της Ελλάδας, την αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου
της χώρας, ώστε στο πλαίσιο αυτό να βρεί και το Κυπριακό
τη νέα του θέση και τη θετική του προοπτική. Η αντίληψη
αυτή πρέσβευε ότι μόνο μέσα από την σταδιακή καλλιέργεια
κλίματος εξομάλυνσης των σχέσεων της Ελλάδας με την
Τουρκία θα μπορούσε να βρεί τη λύση του και το Κυπριακό.
Ενώ αντίθετα, σε κλίμα αντιπαράθεσης οι ελπίδες θα
μειώνονταν και θα οδηγείτο σε αδιέξοδο κάθε προσπάθεια
επίλυσης.
Θα μπορούσε όμως ο Γιάννος Κρανιδιώτης, κατά την 20ετή
δημόσια πορεία του, να ήταν τόσο γόνιμος και
αποτελεσματικός, εάν δεν ήταν πλαισιωμένος από την
αποφασιστικότητα ενός Ανδρέα Παπανδρέου, την πυγμή ενός
Θεόδωρου Πάγκαλου και από τον στρατηγικό ρεαλισμό ενός
Κώστα Σημίτη; Ασφαλώς και όχι. Και οι τρεις τον περιέβαλαν
με την αγάπη και την εμπιστοσύνη τους. Μία ορθή πολιτική,
όπως αυτή του αείμνηστου Κρανιδιώτη, όσο έντονο κι αν έχει
το προσωπικό στίγμα, δεν ασκείται εν κενώ. Για να
καρποφορήσει απαιτείται να υπάρχει το ανάλογο έδαφος. Και
αυτό καλλιεργήθηκε από τις συγκεκριμένες κυβερνήσεις που
αυτός υπηρέτησε αλλά και ενέπνευσε στον τομέα του και στο
μέτρο της δικής του προσφοράς.
· Ό,τι επέτυχε έγινε μέσα από σκληρές διπλωματικές μάχες
και διαπραγματεύσεις, στο προσκήνιο και το παρασκήνιο.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τίποτα δεν χαρίζεται Υπήρξε ο
αεικίνητος ψυχικός σύνδεσμος μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.
Από όλες τις θέσεις του στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Όπου είχα την τύχη και την τιμή επί δύο σχεδόν δεκαετίες
να βρίσκομαι στο π λευρό του όχι μόνο υπηρεσιακά, αλλά και
για να μοιρασθούμε μαζί τις ανθρώπινες στιγμές της
πολιτικής.
Α. Για τον Κρανιδιώτη, ως θέση αρχής, η Κύπρος από πλευράς
ιστορίας, πολιτισμού και παράδοσης, επιπέδου ζωής αλλά και
πολιτικών θεσμών ανήκει στην Ευρώπη. Ότι είναι μια χώρα
που εύκολα θα μπορούσε να ενσωματωθεί στην ενωμένη Ευρώπη
και τους θεσμούς της. Γιατί η ευρωπαϊκή προοπτική της
Κύπρου, όπως έλεγε, «γεννήθηκε πρώτα απ'όλα από μια
ιστορική αναγκαιότητα». Δεν μπορούσε κατά συνέπεια να μη
βρει τη θέση της στο ευρύτερο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Και
ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «δεν ήταν δυνατόν ο λαός της να
αποκλεισθεί από την ευρωπαϊκή οικογένεια, επειδή χωρίς ο
ίδιος να φταίει σε τίποτα βρέθηκε σε μια πατρίδα κομμένη
με τη βία στα δύο, με ένα τείχος και συ ρματοπλέγματα
ντροπής».
Τα οικονομικά και πολιτικά πλεονεκτήματα από την ένταξη τα
θεωρούσε αυταπόδεικτα, όταν πολλοί συμπατριώτες του, τότε
στη 10ετία του '80 διατηρούσαν αμφιβολίες.
Πίστευε, λοιπόν, πρώτος αυτός από πολύ νωρίς, ότι η ένταξη
θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις διασφάλισης του μέλλοντος
του κυπριακού κράτους αλλά και εγγύησης για την επιβίωση
του κυπριακού ελληνισμού. Τόνιζε, με το τέλος της
δεκαετίας του '80, ότι στο διεθνή χώρο οι συνθήκες άρχιζαν
πλέον να αλλάζουν. Με την κατάρρευση του ανατολικού
συνασπισμού το διεθνές σύστημα άρχισε και αυτό να αλλάζει
φυσιογνωμία και να μετατρέπεται από διπολικό σε ένα χαλαρό
πολυκεντρικό σύστημα με προεξάρχουσα δύναμη τις ΗΠΑ. Οι
νέες αυτές συνθήκες αύξαναν τους κινδύνους για την εθνική
ασφάλεια των μικρών χωρών. Η σύνδεσή τους μ' έναν ευρύτερο
οργανισμό θα τους προσέφερε πλεονεκτήματα και συμμαχίες.
Ιδιαίτερα μάλιστα που το Κίνημα των Αδεσμεύτων από πολλού
χρόνου είχε αρχίσει να χάνει τη σημασία του, ενώ ο ρόλος
και ο δυναμισμός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας συνεχώς
αυξανόταν. Η ένταξη, έλεγε, θα μεταμορφώσει τις σχέσεις
ισορροπίας και συνεργασίας στο σύνολο της περιοχής της Ν.Α.
Μεσογείου και οι παράμετροι που ορίζουν το πρότυπο των
σχέσεων θα άλλαζαν ριζικά.
Παράλληλα, θα επωφελείτο και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Διότι,
όντας η Κύπρος σημαντικό περιφερειακό και διεθνές
οικονομικό κέντρο και με καλές σχέσεις με τον περίγυρό της
επίσης, θα της δινόταν η δυνατότητα να διαδραματίσει το
ρόλο της «γέφυρας» μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής.
Β. Αλλά η ενταξιακή προοπτική αποτέλεσε για τον Κρανιδιώτη
και μία άλλου είδους, στρατηγικού χαρακτήρα, επιλογή, στον
πυρήνα της οποίας βρισκόταν η ανάγκη επίλυσης του
πολιτικού προβλήματος. Είναι πολύ ενδιαφέρον να παραθέσω
εδώ τι έλεγε χαρακτηριστικά σε ομιλία του εδώ στη Λευκωσία
το Φεβρουάριο του '98:
«.Η ευρωπαϊκή προοπτική αποφασίσθηκε για να διευκολύνει τη
λύση του πολιτικού προβλήματος, όχι για να καταστήσει το
κυπριακό πρόβλημα όμηρο της ενταξιακής προοπτικής.Ο στόχος
της ένταξης δεν υπαγορευόταν από επιδιώξεις επιβολής της
κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας πάνω στην
τουρκοκυπριακή κοινότητα ή ενσωμάτωσης της τελευταίας σε
μοντέλα που θα απέβαιναν σε βάρος της ιδιαιτερότητάς της.
Αντίθετα, συνεχίζει να αποτελεί τη μόνη αξιόπιστη και
ασφαλή για τα συμφέροντα και των δύο Κοινοτήτων πρόταση
και διαδικασία, που μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στην
ανεύρεση μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του πολιτικού
προβλήματος. Για την Κύπρο θα αποκατασταθεί η ενότητα του
νησιού, η σταθερότητα , η ειρήνη και η συνεργασία μέσα στα
πλαίσια της ευρωπαϊκής έννομης τάξης με ευεργετικές
επιδράσεις σε όλη την περιοχή. Θα βελτιωθούν οι σχέσεις
Ελλάδας - Τουρκίας και θα ενισχυθούν οι σχέσεις της
Τουρκίας με την Ε.Ε. Μπορώ να πω μάλιστα ότι η αναζήτηση
λύσης στο πολιτικό πρόβλημα, χωρίς τη νέα αυτή διάσταση
της ενταξιακής προοπτικής θα ήταν μια αδιέξοδη διαδικασία
που θα καρκινοβατούσε μέσα στο χρόνο, ένα συνεχές
διαπραγματευτικό παιχνίδι διαιώνισης ενός απαράδεκτου
καθεστώτος εισβολής και κατοχής.»
· Κατάφερε να συνδυάσει και να εντάξει σωστά τις τακτικές
κινήσεις στο στρατηγικό στόχο. Ώστε μέσα από την
αξιοποίηση και εμπέδωση ευνοϊκότερων κάθε φορά συσχετισμών
να εξυπηρετείται το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα.
Εργαλείο αυτής της μεθόδου υπήρξε η συνεπής άσκηση της
πολιτικής των διασυνδέσεων και των ανταλλαγμάτων. Μόνο το
κοινοτικό πλαίσιο παρείχε αυτές τις δυνατότητες, αφού η
Ε.Ε. λαμβάν ει τις αποφάσεις της και προχωρεί μέσα από
αμοιβαίες παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, συναινέσεις,
αυξημένες ή μη πλειοψηφίες, αλλά και ομοφωνίες, όπου
απαιτείται.
Η επιδίωξη, λοιπόν, εμπλοκής του κοινοτικού παράγοντα και
των μηχανισμών της Ένωσης για την καλύτερη αντιμετώπιση
των λεγόμενων εθνικών θεμάτων, η «κοινοτικοποίηση» για
παράδειγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού
υπήρξε κορυφαία επιλογή της διπλωματίας Κρανιδιώτη. Εάν η
απαίτηση συμμόρφωσης της Τουρκίας από το διμερές επίπεδο
αναχθεί στο κοινοτικό επίπεδο, δεν είναι πιο
αποτελεσματική η πίεση που ασκείται; Η Ελλάδα αυτό ακριβώς
επιδίωξε, εκμεταλλευόμενη την ιδιότητα του κράτους-μέλους,
όπως άλλωστε και οι άλλοι εταίροι για τα δικά τους
συμφέροντα, προκειμένου να επηρεάσει τις εξελίξεις προς
όφελος των συμφερόντων της Κύπρου. Ήταν η πολιτική
Κρανιδιώτη και η επιμονή του όλα αυτά τα χρόνια
προκειμένου να εξασφαλίσει τα αναγκ αία ανταλλάγματα υπέρ
της Κύπρου. Η πολιτική αυτή των διασυνδέσεων συνοπτικά
οδήγησε στις παρακάτω επιτυχίες:
1. Με την προώθηση της Συμφωνίας Τελωνειακής Ένωσης της
Κύπρου, που είχε καθυστερήσει, και την υπογραφή της τελικά
το 1988. Η Ελλάδα, λοιπόν, διασυνέδεσε τότε το θέμα της
Τελωνειακής Ενωσης με το θέμα της Νέας Μεσογειακής
Πολιτικής της Κοινότητας, που άνοιγε το δρόμο για την
εισδοχή της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην ΕΟΚ. Δήλωσε
ότι δεν θα συναινούσε στην έγκριση της Νέας Μεσογειακής
Πολιτικής, εάν προηγουμένως το Συμβούλιο δεν εξέδιδε την
εντολή προς την Επιτροπή για την έναρξη διαπραγματεύσεων
με την Κύπρο για την Τελωνειακή Ένωση. Ο συμβιβασμός
επιτεύχθηκε στο Συμβούλιο Υπουργών το Ι985. Ήταν η πρώτη
μεγάλη επιτυχία, γιατί με την απόφαση αυτή επιβεβαιωνόταν
η αποδοχή της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της
Κυπριακής Κυβέρνησης στο σύνολο του νησιού.
2. Η άλλη μεγάλη διασύνδεση της ευρωπαϊκής πορείας της
Κύπρου ήταν αυτή που έγινε στο πλαίσιο της διαδικασίας
διεύρυνσης της Ένωσης. Έγκαιρα το ελληνικό ΥΠΕΞ είχε
εκτιμήσει από το 1987, που και άλλες ευρωπαϊκές χώρες ,
ιδίως από το χώρο της ΕΖΕΣ προσανατολίζονταν στο
ενδεχόμενο υποβολής αίτησης για ένταξη, ότι η Κύπρος δεν
θα έπρεπε να απουσιάζει από ένα μελλοντικό «διαπραγματευτικό
πακέτο» διευρύνσεων. Ο Κρανιδιώτης επιδίωκε η υποβολή του
σχετικού αιτήματος να συμπέσει επί ελληνικής Προεδρίας το
1988, ώστε να υπάρξει συντονισμός του βηματισμού των δύο
κυβερνήσεων για μία αποτελεσματικότερη διαχείριση του
ζητήματος. Η τότε κυπριακή κυβέρνηση επέδειξε
διστακτικότητα και δεν έκρινε σκόπιμο να προχωρή σει, «αν
και ο Πρόεδρος Βασιλείου είχε κατ'αρχήν θετική
αντιμετώπιση στο θέμα της ΕΟΚ» όπως αναφέρει ο Κρανιδιώτης
σε σχετικό κείμενό του το 1993. Στη συνέχεια, και μετά την
υποβολή της αίτησης ένταξης δύο ολόκληρα χρόνια αργότερα,
το 1990, στη Σύνοδο Κορυφής της Κέρκυρας, το 1994, επί
γ΄ελληνικής Προεδρίας, όπου εξασφαλίστηκε η διεύρυνση με
την Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία, χάρι στην πίεση της
ελληνικής πλευράς υπήρξε και η δέσμευση ότι η επόμενη
διεύρυνση θα περιλάμβανε την Κύπρο και την Μάλτα. Ο
Κρανιδιώτης δεν έπαυε ποτέ από τότε να τονίζει στους
ξένους συνομιλητές του ότι δεν είναι νοητή οιαδήποτε
περαιτέρω διεύρυνση της ΄Ενωσης προς Βορρά ή προς Ανατολάς
χωρίς το αναγκαίο αντιστάθμισμά της προς Νότο. Ώστε να
υπάρξει ισομερής και αρμονική διεύρυνση. Φρόντιζε δε να
κάνει προς όλες τις πλευρές σαφές ότι η όποια μελλοντική
διεύρυνση συνιστά ενιαίο πακέτο. Δεν νοείται καμία
διαφοροπο ίηση ως προς την αντιμετώπιση ενός υποψήφιου
μέλους ή διαχωρισμός του από τα υπόλοιπα. Και επιπλέον,
ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να συναινέσει
σε διεύρυνση που δεν θα περιλαμβάνει και την Κύπρο. Αλλά
ούτε και το Ελληνικό Κοινοβούλιο θα δεχθεί να επικυρώσει
οιαδήποτε επόμενη διεύρυνση της Ένωσης χωρίς μέσα να
υπάρχει η Κύπρος. Διεύρυνση, λοιπόν, με όλους ή με κανέναν.
Αυτό ήταν το δικό μας μήνυμα.
3. Το τρίτο, πιο κρίσιμο και αποφασιστικό βήμα, πυρήνας
του σχεδιασμού Κρανιδιώτη, ήταν η προσπάθεια της ελληνικής
διπλωματίας να αποσπάσει την κοινοτική υποστήριξη και να
προωθήσει περαιτέρω το Κυπριακό μέσα από τη διασύνδεσή του
με τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Να θυμίσουμε εδώ την πρώτη
μεγάλη επιτυχία στο επίπεδο αυτό, την υιοθέτηση κοινής
Κοινοτικής θέσης στη συζήτηση κατά το Συμβούλιο Σύνδεσης
ΕΟΚ - Τουρκίας, ήδη από το 1988. Με τη φράση ότι «το
Κυπριακό Πρόβλημα επηρεάζει τις σχέσεις ΕΟΚ - Τουρκίας». Η
σημασία της φράσης αυτής, που έγινε εφεξής μόνιμο «μοτίβο»
στις κοινοτικές αποφάσεις, έγκειται στο γεγονός ότι μια
θέση που επί χρόνια ήταν μόνο ελληνική, έγινε τελικά και
Κοινοτική. Ενώ ταυτόχρο να αποτέλεσε ουσιαστικό μοχλό
πίεσης προς την τουρκική πλευρά. Έχει σημασία ότι ο τότε
Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μεσούτ Γιλμάζ, όταν
πληροφορήθηκε την Κοινοτική θέση, αρνήθηκε να
πραγματοποιήσει το Συμβούλιο Σύνδεσης.
Σταθμό στο παραπάνω πλαίσιο αποτέλεσε τον Ιανουάριο του
΄95 η «φόρμουλα Κρανιδιώτη - Ζυπέ», όπως αποκλήθηκε, που
συμφωνήθηκε επί Γαλλικής Προεδρίας στο Παρίσι. Ο
συμβιβασμός αυτός άνοιξε το δρόμο δυό μήνες αργότερα, με
την άρση του ελληνικού βέτο, στην Τελωνειακή Ένωση της
Τουρκίας με την Κοινότητα. Σοβαρό όμως αντάλλαγμα για μας
υπήρξε η εξασφάλιση της κοινοτικής δέσμευσης για έναρξη
των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Κύπρου 6 μήνες μετά τη
λήξη της τότε Διακυβερνητικής Διάσκεψης, όπως και έγινε.
Το Μάρτιο του ΄98, ως γνωστόν, οι διαπραγματεύσεις
ξεκίνησαν. & nbsp;
Η αρχή είχε γίνει. Απέμενε το μεγάλο χρόνιο «αγκάθι»: το
πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου που λειτουργούσε απαγορευτικά
σχεδόν για την πολυπόθητη ένταξη. Κι όμως και εδώ, στην
πιο σύνθετη και δύσκολή πτυχή, ο Κρανιδιώτης τα κατάφερε.
Επέτυχε αυτό που μόλις λίγα χρόνια πριν φάνταζε ως ουτοπία:
την αποδέσμευση του ζητήματος της ένταξης της Κύπρου στην
Ε.Ε. από αυτό της υποχρεωτικά προηγούμενης επίλυσης του
Κυπριακού. Αντάλλαγμα; Η συναίνεση της Ελλάδας για
αναβάθμιση των σχέσεων Ε.Ε.-Τουρκίας και αποδοχής από
πλευράς μας της δυνατότητας της Τουρκίας να διεκδικήσει ως
υποψήφιο κράτος μέλος και τη δική της μελλοντική ένταξη.
Κάτι άλλωστε για το οποίο δεν ήμασταν δογματικά αντίθετοι,
αρκεί η Τουρκία στη συν έχεια της ευρωπαϊκής της πορείας
να επιδείκνυε σεβασμό στους γνωστούς πολιτικούς όρους
συμμόρφωσης. Ήταν το περίφημο «πακέτο» του Ελσίνκι, που ο
Γιάννος Κρανιδιώτης σχεδίασε και για το οποίο εργάσθηκε
προσωπικά πολλούς μήνες πριν από το θάνατό του στις 14
Σεπτεμβρίου του ΄99. Τρεις μήνες μετά, στη Σύνοδο Κορυφής
του Δεκεμβρίου ο τότε Έλληνας Πρωθυπουργός «κλείδωσε» την
κυπριακή ένταξη. Το Ελσίνκι αποτέλεσε τη μεγαλύτερη
διπλωματική επιτυχία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και
στρατηγική ήττα της Τουρκίας. Χωρίς αυτό η Κύπρος δεν θα
ήταν σήμερα ευρωπαϊκή. Ο Κρανιδιώτης είχε στο μεταξύ
προετοιμάσει το κλίμα και το πολιτικό πλαίσιο. Ως
σύγχρονος ευρωπαίος πολιτικός ήξερε να οικοδομεί συμμαχίες.
Είχε εξασφαλίσει τη συναίνεση του αμερικανικού παράγοντα
μετά από προηγούμενες επαφές του με τον Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ.
Πριν σκοτωθεί τόσο αναπάντεχα στο ταξίδι προς Βουκουρέστι
με το μοιραίο Φάλκον, μόλις μία ημέρα πριν, είχε
επιστρέψει από συνάντη σή του στη Βόννη με το Γιόσκα Φίσερ,
τον Γερμανό ΥΠΕΞ. Είχε προηγηθεί συνάντησή του με τον
Ρόμπιν Κουκ, τον Βρετανό ΥΠΕΞ. Μου εκμυστηρεύθηκε λοιπόν
εκείνη την ημέρα στο γραφείο του ότι η συμφωνία είχε «κλείσει»
με τους βασικούς παίκτες. Ότι απέμεναν μόνον οι Γάλλοι,
αλλά ήταν σίγουρος ότι δεν θα μας δημιουργούσαν προβλήματα.
Ήταν πολύ ευχαριστημένος με την εξέλιξη του θέματος. Ένα
σχόλιο μόνο μου έκανε με το γνωστό του μελαγχολικό
υπομειδίαμα, που το συνήθιζε όταν ήθελε να «ζυγίσει» τα
πράγματα. Μου είπε χαρακτηριστικά: «Οι Τούρκοι δεν
πρόκειται να μου συγχωρήσουν ποτέ αυτό που κάνω σήμερα.
Αλλά αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι μήπως δεν
δεχθούν το διαπραγματευτικό πακέτο οι δικοί μας. Εάν
συμβεί κάτι τέτοιο, εγώ το Νοέμβριο παραιτούμαι». Τόσο
αταλάντευτος ήταν στις απόψεις του. Ο Κ. Σημίτης βεβαίως «τίμησε»
έμπρακτα τον μεγάλο από ντα τον Δεκέμβριο στο Ελσίνκι.
Έδωσε τη δική του μάχη εκεί και την κέρδισε, κάνοντας
μάλιστα ειδική μνεία στη συμβολή του Κρανιδιώτη, στη
συμβολή του μεγάλου τέκνου της Κύπρου.
· Κλείνοντας την παρέμβασή μου, κυρίες και κύριοι, θα
ήθελα να επισημάνω τα εξής, επιστρέφοντας από το «γενναίο»
παρελθόν στο «αντιηρωϊκό» παρόν:
Ο ιστορικός αλλά και περισσότερο ο πολιτικός χρόνος, σε
σχέση με τον απλό βιολογικό χρόνο, είναι αμείλικτος.
Μετριέται διαφορετικά. Δεν συγχωρεί. Δεν αποκαθιστά εύκολα
τα τραύματα και τα τετελεσμένα. Εάν δεν αξιοποιηθούν σωστά
οι συγκυρίες, εάν δεν υπάρχουν έγκαιρα τα αναγκαία
ανακλαστικά, «τα γενόμενα ουκ απογίγνονται». «Οι καιροί ου
μενετοί» και εκδικούνται. Επιτρέψτε μου να πω ότι πέρασε
πολύς χρόνος ανεκμετάλλευτος από την εποχή των ευνοϊκών
συσχετισμών για το Κυπριακό που άφησε ως πολύτιμο «κεκτημένο»
και ως παρακαταθήκη η πολιτική Κρανιδιώτη. Το κεκτημένο
αυτό, αφού εξασφαλίσθηκε η ένταξη, δεν αξιοποιήθηκε στη
συνέχεια όσο θα έπρεπε. Σήμερα έχουν αρχίσει να
εμφανίζονται προϋποθέσεις για ένα νέο ξεκίνημα Ο Πρόεδρος
Χριστόφιας είναι ένας σοβαρός και ικανός πολιτικός,
προσεκτικός στις κινήσεις του. Ας ελπίσουμε ότι θα
καρποφορήσουν οι ειλικρινείς του προσπάθειες για άρση του
αδιεξόδου και εξεύρεση λύσης επανένωσης της Κύπρου υπό τις
παρούσες δύσκολες συνθήκες.
· Αγαπητοί φίλοι, ο Γιάννος Κρανιδιώτης, ως άνθρωπος αλλά
κυρίως ως πολιτικός και δημόσιος άνδρας, πέθανε πολύ νέος,
Έτσι οι ιδέες του δεν πρόλαβαν να γεράσουν μαζί μ' αυτόν,
όπως συνήθως συμβαίνει στη ζωή. Η μόνη λοιπόν παρηγοριά θα
είναι, εάν προσπαθήσουμε κι εμείς, οι ιδέες αυτές να
κρατηθούν πάντοτε νέες.
|