|
29/09/2008
|
Αφιέρωμα στο Γιάννο Κρανιδιώτη
- ομιλία Χρήστου Ροζάκη
ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ
Χρήστος Ροζάκης
Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
________________________________________
Ι. Προλεγόμενα
Η πρώτη σκέψη που ήλθε στο μυαλό όταν δέχτηκα την ευγενική
πρόταση του πανεπιστήμιου Κύπρου και του ΟΠΕΚ Κύπρου να
παρευρεθώ στη σημερινή εκδήλωση ήταν περίπου αυτονόητη: το
καταλληλότερο πρόσωπο για να ανέβει σε αυτό το βήμα και να
παρουσιάσει το θέμα του ρόλου της Ευρώπης και ιδιαίτερα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην επίλυση του κυπριακού, δεν
μπορούσε να ήταν άλλο από το Γιάννο Κρανιδιώτη. Γιατί
εκείνος, περισσότερο από όλους εμάς, συνδυάζοντας την
κυπριακή καταγωγή του και την αγάπη του για το νησί,
κατάφερε, μέσα από την εικοσαετή εμπλοκή του στα ελληνικά
πολιτικά πράγματα, να προωθήσει αποτελεσματικά το κυπριακό
στην Ευρώπη. Αλλά αφού η κακή τύχη έτσι τα έφερε, και μας
στέρησε πρόωρα από την παρουσία του, ας θυμόμαστε
τουλάχιστον σταθερά την πολύτιμη συμβολή του στο κυπριακό,
στην ένταξη της Μεγαλονήσου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και
στην εμβάθυνση των σχέσεων της Ελλάδας στους Ευρωπαϊκούς
μηχανισμούς. Κι είναι πράγματι αξιέπαινη αυτή η απόδοση
τιμής που τόσο το Πανεπιστήμιο Κύπρου, όσο και ο ΟΠΕΚ
Κύπρου έχουν καθιερώσει στη μνήμη του, και στο έργο του.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία υπήρξε, βέβαια, ότι η τύχη στέρησε
από τον Γιάννο τη δυνατότητα να απολαύσει τους καρπούς των
προσπαθειών του, την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή
Ένωση, για την οποία είχε αγωνιστεί από την πρώτη στιγμή
που ανέλαβε πολιτικές ευθύνες, με τη βαθύτατη πεποίθηση
ότι η πορεία για την επίλυση του κυπριακού θα
διευκολυνόταν μέσα από την ένταξη, ενώ η Κύπρος θα
απολάμβανε ευημερία και ασφάλεια στα πλαίσια της
Ευρωπαϊκής οικογένειας. Και, φυσικά, δεν διαψεύστηκε.
Σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία διαπραγματεύεται μια λύση του
πολιτικού προβλήματος, έχοντας την ικανότητα να
αντιμετωπίζει με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και αίσθηση
ευθύνης τα πολλαπλά προβλήματα που υπάρχουν ακόμα στο
δρόμο της επανένωσης. Κι αυτές οι ιδιότητες που τη
συνοδεύουν στη διαπραγμάτευση οφείλονται, σε μεγάλο
ποσοστό, στη βεβαιότητα και στην ασφάλεια που της παρέχει
η συμμετοχή της σε ένα μηχανισμό, στον οποίο πολλοί σήμερα
στην ήπειρο μας θα ήθελαν να ανήκουν, και ο οποίος
αποτελεί βασικό κίνητρο για την απέναντι όχθη στο να
επιλύσει το κυπριακό.
ΙΙ. Η Συμβολή της Ευρώπης στην καταδίκη της εισβολής και
της κατοχής
Η τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της
Κύπρου αντιμετωπίσθηκε από την πρώτη στιγμή από τη νόμιμη
κυβέρνηση του νησιού, μέσα από τη διεθνοποίηση του
προβλήματος. Οι παράλληλες, και σχεδόν ταυτόχρονες,
προσφυγές στον ΟΗΕ, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στην
Ευρωπαϊκής Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απέδωσαν
βαθμιαία απτούς καρπούς, που ακόμα και σήμερα
προσδιορίζουν τις μελλοντικές τύχες του νησιού. Ας
υπενθυμίσουμε ότι η έντονη διπλωματική δραστηριότητα -όπως
και οι προσφυγές σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα- είχαν ως
αποτέλεσμα την ουσιαστική καταδίκη της Τουρκίας για τις
διεθνείς παρανομίες της, τη διατήρηση της Κυπριακής
Δημοκρατίας ως της μόνης διεθνώς αναγνωρισμένης οντότητας
και, ως επακόλουθο, τον αποκλεισμό της νομιμοποίησης της
διχοτόμησης του νησιού σε δύο διεθνώς ισότιμα κράτη.
Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε να κάνω μια παρατήρηση
pro domo: Αναφορικά με τις προσφυγές της Κύπρου αρχικά
στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στη
συνέχεια, αργότερα, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου, τα δικαιοδοτικά όργανα του Στρασβούργου, όχι
μόνον δεν αναγνώρισαν τη χωριστή διεθνή υπόσταση του
βορείου τμήματος του νησιού - ακόμα και στην πιο
προωθημένη μορφή του της «Τουρκικής Δημοκρατίας της
Βορείου Κύπρου-, αλλά, αντιθέτως, απέδωσαν και συνεχίζουν
να αποδίδουν όλες τις πράξεις και παραλείψεις στην
προστασία των δικαιωμάτων που παρουσιάζονται στο βόρειο
τμήμα του νησιού, στην αποκλειστική ευθύνη της Τουρκίας.
Για τα όργανα του Στρασβούργου, οι κυβερνητικές
δραστηριότητες στο βόρειο τμήμα είναι δραστηριότητες ενός
μηχανισμού που υπάγεται στην Τουρκία και οι αρχές εκεί δεν
απολαμβάνουν αυτονομία και ανεξαρτησία.
Θα πρέπει, βέβαια, στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι η
πράγματι εντυπωσιακή μεταχείριση του κυπριακού από τη
διεθνή κοινότητα -παρά τις πιέσεις που έχουν ασκηθεί από
την Τουρκία, κι ενδεχομένως από ορισμένες άλλες δυνάμεις-
οφείλεται μερικώς και στις ευνοϊκές συγκυρίες της εποχής.
Πράγματι η περίοδος που ακολουθεί την εισβολή και την
κατοχή συμπίπτει με μια φάση πολιτικών αναμοχλεύσεων που
είναι εχθρικές σε μεμονωμένες τάσεις απόσχισης και
αυτοδιάθεσης. Η περίοδος από το 1974 και μετά είναι μια
περίοδος αναθεώρησης της αρχής της αυτοδιάθεσης και
επιστροφής στις αυστηρές λογικές της εδαφικής ακεραιότητας
και της απαγόρευσης μονομερών και αυθαίρετων αποσχίσεων.
Και τούτο, γιατί έχει πια ολοκληρωθεί η αποαποικιοποίηση,
οι περισσότερες χώρες που βρίσκονταν κάτω από αποικιακό
ζυγό έχουν αποκτήσει την κρατική ανεξαρτησία τους και,
κατά συνέπεια, το αίτημα που είχε νομιμοποιήσει την
αυτοδιάθεση έχει πια εξυπηρετηθεί. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι
οι ίδιες οι διεθνείς δυνάμεις που την υποστήριζαν γίνονται
πια εχθρικές ή τουλάχιστον διστακτικές απέναντι στην
επίκλησή της. Καθώς μια συνεχιζόμενη νομιμοποίησή της θα
μπορούσε να σημαίνει αμφισβήτηση του νέου status quo, και,
κατά συνέπεια, μια διαρκή διεθνή κινητικότητα που θα έθετε
σε αμφισβήτηση τα νέα σύνορα και τις νέες κρατικές
οντότητες, μέσα από την επίκληση της εθνικής καθαρότητας,
που οι αυτοδιαθέσεις της εποχής δεν είχαν πάντοτε
ικανοποιήσει.
ΙΙΙ. Η Ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση/Κοινότητα
Μια από τις κορυφαίες ενέργειες της Κυπριακής Δημοκρατίας
για την επίλυση του εθνικού ζητήματος – αν και όχι μόνον
αυτού – ήταν η απόφαση της να θέσει υποψηφιότητα για
ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η σημασία αυτής της
πολιτικής απόφασης – αλλά, κυρίως, η ίδια η ένταξη – για
την επίλυση του κυπριακού έχει επανειλημμένα τονιστεί,
αλλά ας μου επιτραπεί να την επαναξιολογήσω με τρόπο
τηλεγραφικό:
Πρώτη παρατήρηση: παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση/Κοινότητα
δεν είναι -και δεν έχει- μηχανισμό(ς) επίλυσης διεθνών
διαφορών (ούτε καν ανάμεσα στα μέλη του), ωστόσο
λειτουργεί ως καταλύτης στην εξομάλυνση πολιτικών
αντιπαραθέσεων. Και τούτο, γιατί είναι ένας οργανισμός
ολοκλήρωσης, ο οποίος διατηρεί ως απώτατο, αλλά ουδέποτε
αναιρεθέντα, στόχο την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.
Τούτο σημαίνει ότι στον τραχύ και δύσβατο δρόμο προς την
πραγμάτωση του τελικού οράματος, η Ευρώπη υποχρεώνεται
συνεχώς να εξομαλύνει και να αίρει τα φυσικά εμπόδια που
παρουσιάζονται κΑι εμποδίζουν αυτήν την πραγμάτωση.
Προβλήματα, ότι ως αυτό της κυπριακής εκκρεμότητας,
προκαλούν ασφαλώς ανασχέσεις της πορείας και, κατά
συνέπεια, διαμορφώνουν ορισμένους αυτοματισμούς ενεργειών
προκειμένου να ξεπεραστούν. Η κοινοτική Ευρώπη προτιμά,
βέβαια, να τα αποφεύγει -αποφεύγοντας να αποδέχεται στους
κόλπους της κράτη που είναι επιβαρημένα με μείζονες
πολιτικές διαφορές- αλλά από τη στιγμή που τα αποδέχεται,
η αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει τα βήματα της (δείγμα της
προπατορικής πρόθεσης για πολιτική μετεξέλιξη), αποτελεί
σοβαρό επιβοηθητικό στοιχείο για την παρέμβασή της σε μια
ικανοποιητική επίλυση.
Αλλά, βέβαια, η σημασία της ένταξης για την επίλυση του
κυπριακού δεν σταματά σε αυτό το γενικό χαρακτηριστικό. Η
Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει, είναι δελεαστικός μηχανισμός,
προς τον οποίο όλοι αποβλέπουν. Οι βασικοί μοχλοί στην
επίλυση του κυπριακού -η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή
κοινότητα- αποβλέπουν σε αυτήν, είτε για αν μετάσχουν σε
ισοτιμία σε αυτήν, είτε για να απολαύσουν τα αγαθά από την
ένταξη. Το δεδομένο αυτό δεν μπορεί παρά να έχει
ευεργετικά αποτελέσματα για μια κινητικότητα στην
κατεύθυνση της επίλυσης. Νομίζω ότι η καίρια μεταστροφή
που επήλθε το 2004 -με την αποδοχή από τη μεριά των
τουρκοκυπρίων του σχεδίου Ανάν- οφείλεται βασικά στον
ευεργετικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τόσο η Τουρκία, που
προσέβλεπε στην ένταξη -ή, σε κάθε περίπτωση, στην
επιτάχυνση των διαδικασιών προς αυτήν την κατεύθυνση- όσο
και οι τουρκοκύπριοι, οι οποίοι επιδίωκαν να απολαύσουν τα
αγαθά από την κυπριακή συμμετοχή στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς,
μετέστρεψαν ένα χρόνιο κλίμα, αρνητικό σε κάθε σοβαρή
πρόταση επανένωσης, το οποίο είχαν συστηματικά
καλλιεργήσει, και απομάκρυναν εκείνες τις πολιτικές
δυνάμεις, οι οποίες είχαν ταυτιστεί με αυτό.
Αλλά ο θετικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Κοινότητας δεν
σταματάει μόνο σε αυτήν την έμμεση θετική προσφορά. Οι
πολιτικές θέσεις που έχει επανειλημμένα εκφράσει για την
κυπριακή εκκρεμότητα αποτελούν μια άμεση συμβολή στην
επίλυση. Ήδη από τη δεκαετία του ’80, και με την έντεχνη
κι αποτελεσματική παρέμβαση της τότε ελληνικής κυβέρνησης,
η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αναδέχθηκε τη διεθνή διάσταση του
κυπριακού (το πρόβλημα της κατοχής τμήματος του νησιού από
την Τουρκία), μεταστρέφοντας την ως τα τότε θέση της, η
οποία και συνοψίζονταν στην εσωτερική διάστασή του (πρόβλημα
ανάμεσα στις δύο κοινότητες). Από την εποχή εκείνην και
στο εξής, η Ευρώπη δεν έχει παύσει να τονίζει την ανάγκη
επίλυσης του κυπριακού, θεωρώντας ότι ένας από τους
παράγοντες επίλυσης είναι η Τουρκία. Κάτι που γίνεται
ακόμα πιο εμφανές από τη στιγμή που η γειτονική μας χώρα
κινητοποιείται για να επιτύχει την ένταξη και
αντιμετωπίζει σταθερά την εκκρεμότητα του κυπριακού ως ένα
ζήτημα που απασχολεί τους Ευρωπαίους, και στο οποίο θα
πρέπει να δώσει -ή να πιέσει στο να δοθεί- μια οριστική
λύση.
Το αποκορύφωμα, όμως, της ευρωπαϊκής συμβολής αποτυπώνεται
στις αποφάσεις του Ελσίνκι. Είναι γνωστό ότι η Ευρωπαϊκή
Ένωση/Κοινότητα διατηρούσε σοβαρούς ενδοιασμούς στην
ένταξη της Κύπρου, χωρίς προηγούμενη πολιτική λύση, καθώς
μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε την Ένωση να επωμιστεί ένα
πρόβλημα το οποίο θα είχε πολιτικές επιπτώσεις για τις
μελλοντικές της συμπεριφορές. Ας μην ξεχνάμε, όπως τόνισα
και στην αρχή της ομιλίας, ότι η Ένωση δεν είναι ένας
απλός διακυβερνητικός οργανισμός, είναι ένας μηχανισμός (πολιτικής)
ολοκλήρωσης, και αυτό το χαρακτηριστικό συνήθως βαρύνει
στην επιλογή των μελών του. Σε κάθε περίπτωση, η αποδοχή
που αποτυπώθηκε στις αποφάσεις του Ελσίνκι αλλάζει ριζικά
τα δεδομένα του κυπριακού και σηματοδοτεί πια μια νέα φάση
του που φυσικά, διαρκεί ως τα σήμερα.
IV. Το Κυπριακό σήμερα
Η τελευταία αποστροφή μας οδηγεί στο τελικό κεφάλαιο της
σημερινής ομιλίας που αφορά τις συνθήκες, οι οποίες
επικρατούν σήμερα στην επίλυση του κυπριακού. Είναι
συνθήκες που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι το ίδιο
ενθαρρυντικές με αυτές που ίσχυαν μερικά χρόνια πριν, και
οι οποίες απαιτούν πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια και σθένος
από τη μεριά των κυπριών, για να επιτευχθεί μια λύση. Οι
λόγοι μιας σχετικά απαισιόδοξης ανάλυσης είναι οι εξής:
Πρώτον, η σημερινή Ευρωπαϊκή ¨Ένωση δεν είναι η Ένωση των
πρώτων χρόνων του εικοστού πρώτου αιώνα. Είναι μια Ένωση
σε κρίση. Η μαζική ένταξη ενός μεγάλου αριθμού κρατών
προερχόμενων από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη έχει
συμβάλει καταλυτικά σε μια ριζική αναστολή της εμβάθυνσης,
σε έναν αναπροσανατολισμό των κεντρικών στόχων και στη
δημιουργία μιας πολυφωνίας απόψεων. Και πολλές φορές σε
μια, συνακόλουθη, αδυναμία να επιτυγχάνονται συναινέσεις
σε σοβαρά ζητήματα. Η εξασθένιση της «πολιτικής Ευρώπης»,
για χάρη της βαθμιαίας ενσωμάτωσης των νέων χωρών -που
προσβλέπουν περισσότερο στην ενίσχυση του εθνικού χώρου
τους, με τη συμβολή της Ένωσης, παρά στην προώθηση ενός
κοινού Ευρωπαϊκού οράματος-, έχει ως αποτέλεσμα και τη
μείωση δυναμικών παρεμβάσεων της Ένωσης για επίλυση
πολιτικών εκκρεμοτήτων, όπως το κυπριακό. Αν και κανείς
δεν αμφιβάλλει ότι οι Βρυξέλλες θα χαιρετίσουν με
ενθουσιασμό μια πολιτική λύση στο κυπριακό, κανείς είναι
πια διστακτικός στο να πιστέψει ότι μπορεί να αναμένονται
θεαματικές πρωτοβουλίες για την επιβοήθηση της επίλυσής
του.
Δεύτερον, και συναφές, το ευρωπαϊκό όραμα της Τουρκίας
έχει κι αυτό εξασθενήσει. Αν συγκρίνουμε τη δυναμική της
ενταξιακής πορείας της Τουρκίας αμέσως μετά το Ελσίνκι, με
αυτήν που διαπιστώνεται σήμερα, ο απολογισμός θα είναι
εξαιρετικά αρνητικός για την τελευταία. Η Τουρκία έχει
αποθαρρυνθεί για το ενδεχόμενο μιας ένταξης μέσα σε εύλογο
χρονικό διάστημα. Σε αυτό έχει συμβάλει η αρνητική στάση
ορισμένων εταίρων της Ένωσης ως προς τη δυνατότητα της
ένταξής της, η διαπίστωση του ενταξιακού κορεσμού που,
έτσι και αλλιώς, επηρεάζει όλες τις υποψήφιες χώρες, αλλά
και οι δυσκολίες που η ίδια η Τουρκία αντιμετωπίζει στο
εσωτερικό για την προσαρμογή της στις κοινοτικές
απαιτήσεις. Αν και η προοπτική δεν έχει εγκαταλειφτεί, οι
ρυθμοί στην κινητικότατα έχουν αναμφίβολα μειωθεί, και η
ετοιμότητα της Τουρκίας να αποδεχτεί ανατροπή των
στρατηγικών προτεραιοτήτων της για χάρη της επιτάχυνσης
της ενταξιακής της πορείας θα πρέπει να έχουν επηρεαστεί.
Κατά συνέπεια, η συμβολή της Τουρκίας στην επίλυση του
κυπριακού, μέσα από μια ιεράρχηση των συμφερόντων της, που
να αναδεικνύουν την ένταξη σε ισχυρότερη θέση από αυτήν
των γεωστρατηγικών βλέψεών της στην Ανατολική Μεσόγειο,
δεν φαίνεται να διατηρείται σήμερα αμετάβλητη σε σχέση με
τις αρχές της δεκαετίας. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι
υπάρχει μια πλήρης ανατροπή, η οποία κινείται στην
κατεύθυνση της παρεμπόδισης μια λύσης, αν αυτή εξυπηρετεί,
τελικά, τα περιφερειακά συμφέροντά της. Εξάλλου, το
ευρωπαϊκό όραμα της Τουρκίας δεν έχει πλήρως απεμποληθεί
και είναι βέβαιο ότι η παρούσα, τουλάχιστον, κυβέρνηση δεν
πρόκειται ούτε να το εγκαταλείψει, ούτε να το υπονομεύσει
με άτεχνες κινήσεις.
Τρίτον, το διεθνές περιβάλλον δεν είναι το ίδιο ευνοϊκό
για την επίλυση, σε σχέση με αυτό που γνωρίσαμε την
περίοδο 2003-2004. Είναι σαφές ότι η ανεξαρτητοποίηση του
Κοσόβου, αλλά και, πιο πρόσφατα ακόμα, της Αμπχαζίας και
της Νότιας Οσετίας έχει επιφέρει ένα πλήγμα στην άλλοτε
συμπαγή αντίληψη της διεθνούς κοινότητας να μηΝ αποδέχεται
αποσχίσεις, από ενιαία κράτη, και να μηΝ τις νομιμοποιεί.
Βρισκόμαστε, ίσως, στο τέλος μιας εποχής που είχε
χαρακτηριστεί από μια καθαρή αντίθεση της μεγάλης
πλειονότητας των κρατών στην ανεξέλεγκτη επίκληση της
αυτοδιάθεσης, στη βάση της εθνικής καθαρότητας. Μιας
εποχής η οποία προσδιορίστηκε από το τέλος της διαδικασίας
αποαποικιοποίησης και στη διάρκεια της οποίας όχι μόνον τα
καθιερωμένα ιστορικά κράτη, αλλά κι αυτά που προέκυψαν από
αυτήν τη διαδικασία επεδίωκαν το σεβασμό στο (νέο) status
quo, και στην αρχή της εδαφικής ακεραιότητας. Ακόμα και η
δεκαετία του ’90, που χαρακτηρίζεται από τη διάλυση
παραδοσιακών κρατών, όπως η Σοβιετική Ένωση, η
Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία, δεν έχει να επιδείξει
τολμηρές ανεξαρτητοποιήσεις, στη βάση εθνικά καθαρών
αυτοδιαθέσεων. Οι μεταβολές συντελέστηκαν στη βάση των
συνταγματικών δεδομένων, με συντεταγμένες διαλύσεις που
σεβάστηκαν τα διοικητικά όρια των αποσπασμένων περιοχών.
Αυτός ο σεβασμός, όμως, φαίνεται να κλονίζεται στις ημέρες
μας. Κάτι που πρέπει να μας ανησυχεί, καθώς δημιουργεί
ευκολίες, που προηγουμένως δεν υπήρχαν, για διεκδικήσεις
απόσχισης οι οποίες στο παρελθόν δεν θα γίνονταν δεκτές.
Αν στο δεδομένο αυτό προσθέσουμε και τις ευρύτερες αλλαγές
που έχουν επέλθει στο διεθνή πολιτικό φλοιό, όπως λ.χ. ο
καταποντισμός του αμερικανικού οράματος για μια pax
Americana στη Μέση Ανατολή, η επιστροφή του
ρωσσοαμερικανικού ανταγωνισμού -που θα έχει, ανάμεσα σε
άλλες επιπτώσεις, και ασυμφωνίες των μεγάλων στα πλαίσια
του Ο.Η.Ε.-, τότε οδηγούμαστε στη διαπίστωση ότι
στηρίγματα που αναμφίβολα συντελούσαν στην κατεύθυνση
λύσης, ανεξάρτητα αν οι προτάσεις λύσεις ευνοούσαν την μια
ή την άλλη πλευρά, έχουν χαλαρώσει σημαντικά.
Οι διαπιστώσεις αυτές δεν πρέπει να μας οδηγήσουν
απαραίτητα σε απαισιόδοξα συμπεράσματα. Βρισκόμαστε,
πράγματι, σε μια φάση γενικότερων μεταβολών, που φέρνουν
τόσο ποιοτικά, όσο και, κυρίως, ποσοτικά, χαρακτηριστικά.
Θα έλεγα ότι κανένας από τους παράγοντες που θα μπορούσαν
δυνάμει να συμβάλουν στην επίλυση του κυπριακού δεν έχει
αλλοιωθεί σε βαθμό που να παρεμποδίζει την επίλυση. Απλά
το βάρος της έχει έντονα μετακινηθεί στους άμεσα
ενδιαφερόμενους, τις δύο κυπριακές κοινότητες, σε βαθμό
πολύ υψηλότερο από αυτόν του παρελθόντος. Και, φυσικά,
στην Τουρκία, η οποία σαφώς επηρεάζει τις εξελίξεις και θα
πρέπει να αναζητήσει μια χρυσή τομή ανάμεσα στα αντιθετικά,
ως κάποιο βαθμό, συμφέροντά της, τα
γεωστρατηγικά-γεωπολιτικά συμφέροντα, όπως εκείνη τα
κατανοεί, και την ομαλή ενσωμάτωσή της στο ευρωπαϊκό
περιβάλλον και στην ευρωπαϊκή γειτονιά της.
Ομιλία Στην Μνήμη του Γιάννου Κρανιδιώτη Η ομιλία
οργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και από τον ΟΠΕΚ
Κύπρου και πραγματοποιήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2008 στη
Λευκωσία. Δημοσιεύθηκε στην τριμηνιαία πολιτική και
οικονομική «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική», τεύχος
12/2008, σ. 41.
|